Για δύο και πλέον ώρες Τραμπ και Πούτιν συζητούσαν τη διαμόρφωση της επικείμενης διαπραγμάτευσης με την Ουκρανία, καθώς φοβούνται ότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μια εκεχειρία χωρίς πρόνοιες και εγγυήσεις να καταστεί παγωμένη σύγκρουση.
Η χθεσινή επικοινωνία των δύο ηγετών επιβεβαιώνει την υπόθεση εργασίας ότι οι ΗΠΑ συμφωνούν σε γενικές γραμμές πως η όποια συνθήκη ή συμφωνία δεν θα πρέπει να αφορά μόνον την Ουκρανία.
Από την παρουσία του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη, την άρση των κυρώσεων, την επιστροφή της Ρωσίας στην ομάδα G-7 μέχρι την τελική συμφωνία για την Ουκρανία το Κρεμλίνο φαίνεται να επιμένει σε ένα συνολικό πακέτο εκκαθάρισης εκκρεμοτήτων με τη Δύση.
Το επίσημο αφήγημα της Μόσχας είναι η εξαπάτησή της από τις ΗΠΑ και τη Δύση συνολικά ως προς την ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Σε κάθε περίπτωση η Μόσχα δεν είναι άμοιρη ευθυνών, καθώς στα τέλη του 1991 η Ομάδα Γέλτσιν αποφάσισε να διαλύσει την ΕΣΣΔ.
Τα νέα δεδομένα οδήγησαν στην αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ που έθεσαν πλέον ως προτεραιότητα η διάσπαση της ΕΣΣΔ να μην είναι μια αντιστρέψιμη δυναμική.
Τον Ιούλιο του 1991 ο Μπους ο πρεσβύτερος από το βήμα της Βουλής στο Κίεβο στηλίτευσε τους ακραίους εθνικιστές ως αυτοκτονικούς.
Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ οι ΗΠΑ προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα καθώς μεσολάβησαν στην απόσυρση των σοβιετικών πυρηνικών όπλων που είχαν αναπτυχθεί στο έδαφος της Ουκρανίας. Τα παραπάνω αφήνουν ανοιχτό και αναπάντητο το ερώτημα αν όντως οι μεγάλοι της Ε.Ε. είναι αποφασισμένοι να αντιπαρατεθούν δημόσια με τις ΗΠΑ ή αν πρόκειται για επικοινωνιακά πυροτεχνήματα χωρίς αντίκρισμα. Τέλος, είναι σαφές ότι η Ρωσία δεν βιάζεται, σε αντίθεση με τον Τραμπ που πρέπει να διαμορφώσει το πλαίσιο μιας νέας διατλαντικής σχέσης.
