Με κοινή απόφαση των υπουργών Εθνικής Αμυνας και Δικαιοσύνης συγκροτήθηκε επιτροπή «για την αναδιάρθρωση της στρατιωτικής Δικαιοσύνης». Επιτέλους, θα σκεφτόταν αυθόρμητα κάποιος, θα εκδοθεί ο νόμος για την εξομοίωση των στρατιωτικών με τα τακτικά ποινικά δικαστήρια. Η εξομοίωση προβλέφθηκε πανηγυρικά με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, αλλά πεντέμισι χρόνια τώρα έχει μείνει στα χαρτιά, καθώς δεν εκδόθηκε ο αναγκαίος εκτελεστικός νόμος.
Αν διαβάσει, ωστόσο, κάποιος το περιεχόμενο της κοινής υπουργικής απόφασης, θα εκπλαγεί δυσάρεστα. Καμία αναφορά στην εξομοίωση των στρατιωτικών δικαστηρίων και στο άρθρο 96 παρ. 5 του Συντάγματος που την επιτάσσει. Αντιθέτως, η υποτιθέμενη αναδιάρθρωση θα επέλθει, σύμφωνα με την απόφαση, μέσω της «συγχώνευσης» των στρατιωτικών δικαστηρίων και της «ένταξης» μέχρι σαράντα στρατιωτικών δικαστών στις εισαγγελίες των τακτικών δικαστηρίων.
Ετσι όπως προσδιορίζεται, το ίδιο το αντικείμενο της επιτροπής έχει διπλό συνταγματικό πρόβλημα. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι, σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 6 του Συντάγματος: «Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται». Οσο, επομένως, υπάρχουν στρατιωτικά δικαστήρια ως διακριτός κλάδος της δικαστικής εξουσίας, η μετάταξη στρατιωτικών δικαστών στα τακτικά δικαστήρια, που ψευδεπίγραφα αποκαλείται ένταξη, δεν επιτρέπεται. Αλλά και ανεξάρτητα από το συνταγματικό κώλυμα, αν από ένα σώμα περίπου ενενήντα δικαστών αποχωρήσουν οι σαράντα, είναι ηλίου φαεινότερο πως ο κλάδος της στρατιωτικής Δικαιοσύνης οδηγείται σε κατάρρευση.
Μετάταξη στρατιωτικών δικαστών στις εισαγγελίες των τακτικών δικαστηρίων δεν αποκλείεται, πάντως, αν καταργηθεί συνολικά ο κλάδος των στρατιωτικών δικαστηρίων. Η προφανώς ηθελημένη δημιουργική ασάφεια της κοινής υπουργικής απόφασης δεν φαίνεται να αποκλείει αυτό το σενάριο, αφού δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για συγχώνευση στρατιωτικών δικαστηρίων μεταξύ τους ή συγχώνευσή τους στις εισαγγελίες των τακτικών δικαστηρίων, δηλαδή κατάργηση του κλάδου. Εδώ ανακύπτει το δεύτερο συνταγματικό πρόβλημα. Το Σύνταγμα ευτελίζεται, αφού η διάταξή του για την αναβάθμιση και εξομοίωση των στρατιωτικών δικαστηρίων που ψηφίστηκε μόλις το 2019 θα καταστεί άνευ αντικειμένου, χωρίς καν νέα αναθεώρηση, με τη νομοθετική κατάργηση του κλάδου. Παράλληλα, παραμένει άδηλη η τύχη των υπόλοιπων στρατιωτικών δικαστών, πλην όσων θα έχουν το προνόμιο της μετάταξης στην τακτική Δικαιοσύνη.
Είτε με τη μία εκδοχή (μετάταξη κατά παράβαση του άρθρου 88 παρ. 6) είτε με την άλλη (κατάργηση του κλάδου), η λειτουργία της επιτροπής είναι συνταγματικά, τουλάχιστον, επιλήψιμη. Είναι ατυχές ότι σε μια τέτοια επιτροπή μετέχουν ανώτατοι δικαστές, καθηγητής του συνταγματικού δικαίου και, το πιο λυπηρό, στρατιωτικοί δικαστές, που σιωπηρά αλλά εμπράκτως απεμπολούν έτσι την αξίωση να εκδοθεί ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος για την αναβάθμιση του κλάδου. Κυρίως, όμως, το πρόβλημα της πρωτοβουλίας αυτής είναι πως οδηγεί σε αποδιάρθρωση τα στρατιωτικά δικαστήρια, και μάλιστα με άμεσα αποτελέσματα: Διαγκωνιζόμενοι για το ποιος θα πετύχει να περιληφθεί στους προνομιούχους μετατασσόμενους, οι στρατιωτικοί δικαστές γίνονται ευεπίφοροι σε παρεμβάσεις και χειραγωγήσιμοι.
Καμία πρωτοβουλία, δήθεν, αναδιάρθρωσης των στρατιωτικών δικαστηρίων δεν επιτρέπεται να ξεκινήσει πριν εκδοθεί ο εκτελεστικός νόμος για την εξομοίωσή τους. Είναι ζήτημα στοιχειώδους θεσμικής αξιοπρέπειας.
* Αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ
