Το κυβερνών κόμμα της Ν.Δ., με χρέος, εδώ και χρόνια, μισού δισεκατομμυρίου εμμονικά αγύριστο στο ελληνικό κράτος και την αγωνία του πρωθυπουργού ως υπευθύνου για την τραγωδία των Τεμπών, σε νέο τηλεοπτικό επεισόδιο της εξαετούς διακυβέρνησής του, ανακοίνωσε ακόμη μία δέσμη επιδομάτων των πτωχευμένων και φτωχών πολιτών, με την πρόθεση, όπως πανηγυρικά δηλώνει, να τους ενισχύσει οικονομικά, υποδαυλίζοντας την ψευδή εντύπωση ότι, παρά την εντατική ιδιωτικοποίηση της δημόσιας Υγείας, της δημόσιας Παιδείας και της δημόσιας ασφάλειας, ενισχύει ένα κοινωνικό κράτος υπαρκτό, πλέον, εικονικά, διά του λέγειν.
Το θέατρο ενδιαφέροντος για το «κοινό» καλό που αναίσχυντα κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους, εξακολουθεί να παίζεται ενώπιον φτωχών και εξαθλιωμένων, όταν μισθοί και παροχές σε πολιτικά ευνοημένες ελίτ παραμένουν στα ύψη και τεράστια ποσά κατασπαταλώνται για τη διαφήμιση των εξαγγελιών και των πεπραγμένων του κυβερνώντος κόμματος.
Το φάντασμα του κοινωνικού κράτους πλανάται στις τηλεοπτικές οθόνες, ενόσω η κυβέρνηση επενδύει απτόητη στην απάθεια που προκαλεί η απόγνωση των περισσότερων για το κατρακύλισμά τους στα όρια της φτώχειας και πέραν αυτών.
Αυτό το υποτιθέμενα πολιτικό, οικονομικό επιχειρείν των λίγων σε βάρος των πολλών, με τη ληστρική φορολόγηση και την ανενδοίαστη λεηλασία των μηνιαίων αποδοχών τους, δεν θα ήταν εύκολο χωρίς την αποδόμηση κι αυτής ακόμη της τύποις δημοκρατίας, με την έκδηλη πλέον καταπάτηση του υπαρκτού, μέχρι πρότινος, φιλελεύθερου κράτους δικαίου και την παραχάραξη των πολιτειακών νόμων, θεσμών και κανόνων προστασίας των ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών. Εφτασε η χώρα να μη συμμορφώνεται στις εντολές της Ε.Ε. για χάραξη ορίων ανοχής στην εξωτερική της πολιτική, με τις συνεχείς υποχωρήσεις της στις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας, με την οποία υπογράφηκε σύμφωνο φιλίας, χωρίς προηγουμένως να καταργηθεί το casus belli εις βάρος μας. Η κατάργησή του δεν απαιτήθηκε, για να δικαιολογεί, ίσως, τις δυσθεώρητες δαπάνες για τον στρατιωτικό μας εξοπλισμό.
Φυσικά, τα τεκταινόμενα της πολιτικής μιας χώρας σε εθνικό επίπεδο συνδέονται με τα τεκταινόμενα σε διεθνές επίπεδο, αλλά, όπως σωστά υποστήριξε ο Μαρξ, η διασύνδεση αυτή εκκινεί από την εσωτερική πολιτική των χωρών.
Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, κρίνεται θετική η επίσκεψη στις ΗΠΑ του Αλέξη Τσίπρα, πρώην πρωθυπουργού, εκλεγμένου κατά την κορύφωση της ληστρικής μνημονιακής επίθεσης εναντίον μας, καθώς η διά ζώσης παρακολούθηση συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας φτωχοποιημένων και φτωχών Αμερικανών και οι απευθείας συνομιλίες με ενεργούς πολιτικούς και ακαδημαϊκούς διανοούμενους, αντίθετους με τις πολιτικές εκβιασμών και απειλών του νέου προέδρου, είναι πολύτιμες εμπειρίες και για τη δική μας εσωτερική και εξωτερική πολιτική και μαρτυρούν επίγνωση των τεράστιων εμποδίων που ορθώνονται σε πολιτικές με την προοπτική ενός μέλλοντος με λιγότερη δυστυχία και ενισχυμένη την κοινή βούληση των λαών εναντίον των κατόχων αμύθητου πλούτου, που ελέγχουν κομματικούς και κρατικούς μηχανισμούς.
Ποιος μπορεί και ξεχνά ότι για ενεργούς πολιτικούς προσανατολισμένους στην υπηρεσία του κοινού καλού της χώρας τους, η πολιτική είναι εκτός από πράξη και μια διαρκής μαθητεία που επιβάλλει προσοχή εστιασμένη στα ουσιώδη, πολύ περισσότερο τώρα, στην ανάδρομη κίνηση που απροκάλυπτα, πλέον, υπαγορεύει ο αναρχο-φιλελευθερισμός (anarcho-liberalism) με τη βλέψη του να επιβάλει μια νέα τάξη πραγμάτων όσον αφορά τα γεωπολιτικά θέματα και τις επικίνδυνες εξελίξεις μιας ανεξέλεγκτης χρηματιστηριακής οικονομικής πολιτικής σε πλανητική κλίμακα; Η παρέμβαση του προέδρου Τραμπ στα κεκτημένα των ομόσπονδων ΗΠΑ, αδιανόητη μέχρι τώρα, καθώς η ομοσπονδιακή τους συγκρότηση απέτρεπε τη διατάραξη των ομαλών σχέσεων μεταξύ των Πολιτειών, μαρτυρεί το μέγεθος της αυθαιρεσίας των πολιτικών πρακτικών επιβολής της τάξης πραγμάτων που υπαγόρευσε πριν από τον Β’ Π.Π. η Σχολή του Φράιμπουργκ και μετά το τέλος του η Σχολή του Σικάγου, με τη βλέψη της παγκοσμιοποίησης του νεοφιλελεύθερου τεχνο-καισαρισμού. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η νομική αντίδραση του Χάρβαρντ και οι εκδηλώσεις κατά του αντισημιτισμού που επέτρεψε στον χώρο του Πανεπιστημίου, είναι ιστορικής σημασίας.
Την εποχή των αστικών επαναστάσεων, ο Γερμανός φιλόσοφος Καντ (1724-1804) διακήρυττε την ανάγκη συμμαχιών για μόνιμη ειρήνη, με την ίδρυση μιας ολοένα ευρύτερης ομοσπονδίας κρατών με ρεπουμπλικανικό πολίτευμα ως το πλέον προωθημένο, στα τέλη του 18ου αι., καθώς αναδείκνυε τον λαό ως σύνολο πολιτών που απέκρυπτε η μάζα. Το ελεύθερο συλλογίζεσθαι, που υπερασπίστηκε ο Καντ, του επέτρεπε να συμπεράνει ότι μόνο με τη συνομοσπονδοποίησή τους σύμμαχες χώρες μπορούσαν να προστατευτούν από ισχυρά πολιτικά κράτη επίβουλα ξένης κατοχής και διαρπαγής του πλούτου τους.
Σήμερα, ύστερα από τρεις αιώνες περαιτέρω ανάπτυξης της πολιτικής σκέψης ώστε η δημοκρατία να θεωρείται η άλλη όψη ενός αληθινού και όχι εικονικού κοινωνικού κράτους, η έλλογη κριτική του ελεύθερου συλλογίζεσθαι, αφουγκραζόμενη την κοινή βούληση των λαών, προκρίνει τη σύναψη συμμαχιών ελευθερίας μεταξύ κρατών με πικρή επίγνωση ότι υπό την απειλή της καθυπόταξής τους σε τεχνοκρατούμενες δεσποτείες, η συνομοσπονδοποίησή τους γίνεται όρος εκ των ων ουκ άνευ για τη διασφάλιση της δικαιοσύνης και της ισότητας πολιτών, πρόθυμων να μοιραστούν την ευθύνη της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής των χωρών τους.
* Ομ. καθηγήτρια φιλοσοφίας, συγγραφέας
