ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ακρίτας Καϊδατζής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με κοινή απόφαση των υπουργών Εθνικής Αμυνας και Δικαιοσύνης συγκροτήθηκε επιτροπή για την αναδιάρθρωση των στρατιωτικών δικαστηρίων. Αντικείμενο της επιτροπής είναι, μεταξύ άλλων, η επεξεργασία της πρότασης «ένταξης» έως σαράντα στρατιωτικών δικαστών στις εισαγγελίες των τακτικών δικαστηρίων. (Για την πρόταση αυτή θα ακολουθήσει άλλο σημείωμα.) Η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος εξέφρασε «τις έντονες αντιρρήσεις της» με δημόσια επιστολή της που απηύθυνε στον πρόεδρο της επιτροπής για την αναδιάρθρωση των στρατιωτικών δικαστηρίων. Το γεγονός ότι πρόεδρος της επιτροπής είναι ο πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων θα μπορούσε να εμπνεύσει έναν Γιώργο Ιωάννου ή Νίκο Τσιφόρο για ένα χαριτωμένο διήγημα. Στο σημείωμα αυτό θα περιοριστώ στην ανάλυση του λόγου (discourse) που εκφέρει η Ενωση με την ανακοίνωσή της.

Κατά την ανακοίνωση: «Η επιχειρούμενη μετάταξη […] τυγχάνει ευθέως αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 87-92 του Συντάγματος και ιδίως με την παράγραφο 6 του άρθρου 88, σύμφωνα με την οποία ‘‘Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται”».

Πρώτο σχόλιο: πολύ σωστά επισημαίνει η Ενωση ότι μετάταξη δικαστών από τα στρατιωτικά στα τακτικά δικαστήρια απαγορεύεται ευθέως από το Σύνταγμα. Η απαγόρευση τίθεται συγκεκριμένα στο άρθρο 88 παρ. 6 κι αυτό αρκεί. Υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να διατυπώνεται η άποψη πως η μετάταξη είναι, ταυτόχρονα, αντίθετη στα άρθρα 87-92; Τι άραγε εξυπηρετεί αυτός ο συνταγματικός μαξιμαλισμός; Γατί πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση πως η μετάταξη είναι αντίθετη σε έξι ολόκληρα άρθρα του Συντάγματος, τα περισσότερα άσχετα με το ζήτημα, όταν υπάρχει ειδική διάταξη από την οποία συνάγεται με ασφάλεια η αντισυνταγματικότητα;

Δεύτερο σχόλιο: η μετάταξη πάντως δεν απαγορεύεται, αντιθέτως μάλλον επιβάλλεται, στην υποθετική περίπτωση -την οποία η (δημιουργικά ασαφής) διατύπωση της κοινής υπουργικής απόφασης δεν φαίνεται να αποκλείει- συνολικής κατάργησης του κλάδου των στρατιωτικών δικαστηρίων. Το ενδεχόμενο αυτό, που θα μπορούσε να δικαιολογεί την πρόταση, δεν φαίνεται να απασχόλησε την Ενωση Εισαγγελέων.

Συνεχίζει η ανακοίνωση: «Σε κάθε περίπτωση, κι αν ακόμη κρινόταν συμβατή με το Σύνταγμα, η όποια μετάταξη Δικαστικών Λειτουργών του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων […] δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή», αν δεν πληρούται μια σειρά από προϋποθέσεις που παρατίθενται στη συνέχεια. Η δήλωση αυτή αντιφάσκει προς την αρχική δήλωση πως η μετάταξη είναι αντίθετη, και μάλιστα ευθέως, στο Σύνταγμα και μάλιστα, κατά την Ενωση, σε έξι ολόκληρα άρθρα του. Αν είναι τόσο πρόδηλη η αντισυνταγματικότητα, πώς είναι δυνατόν να κριθεί το αντίθετο;

Το σημαντικότερο: η ανακοίνωση θέτει ως προϋπόθεση της ενδεχόμενης μετάταξης, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ξεχωριστής επετηρίδας για τους μετατασσόμενους με περιορισμό της εξέλιξής τους μέχρι τον βαθμό του αντεισαγγελέα Εφετών και με απαγόρευση ανάθεσης σ’ αυτούς καθηκόντων διεύθυνσης οποιασδήποτε Εισαγγελίας. Προτείνει, με άλλα λόγια, τη δημιουργία εισαγγελέων δύο ταχυτήτων με περιορισμένα δικαιώματα και διαφορετικό υπηρεσιακό καθεστώς για τους (δεύτερης κατηγορίας) μεταταχθέντες –κάτι όμως που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση προς τη συνταγματική αρχή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών.

Ο δικαστικός συνδικαλισμός εδραιώθηκε στη χώρα μας σε δύσκολες εποχές και με τεράστιο προσωπικό κόστος των πρωτοστατών του –ας θυμηθούμε τους απολυθέντες από τη χούντα Αντ. και Αλ. Φλώρο, Δ. Μαργέλλο κ.ά. Οι δικαστικές ενώσεις τιμούν τη μνήμη τους όταν εκφέρουν δημόσιο λόγο, βεβαίως στιβαρό και διεκδικητικό, αλλά πάντως προσεκτικό, μετρημένο και κυρίως νομικά στέρεο.

*Αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ