Τα σκληρά μέτρα που επιχειρεί να περάσει η κυβέρνηση από τη Βουλή, η υλοποίηση των προαπαιτούμενων του τρίτου Μνημονίου και η επάνοδος των ελέγχων από τους δανειστές, ώστε μετά την αξιολόγηση της εφαρμογής του προγράμματος να πάρουμε τη «δόση» μας, υποβάθμισαν δημοσιογραφικά την ειδησεογραφία που σχετίζεται με τις εξελίξεις στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η σκληρή πραγματικότητα στη χώρα λειτούργησε ως καταλύτης ακριβώς τη στιγμή που η εσωκομματική διαδικασία για την ανάδειξη του νέου προέδρου της έτεινε να μετατραπεί σε φάρσα. Οι τόνοι της αντιπαράθεσης των υποψηφίων, αλλά κυρίως των επιτελείων τους, έπεσαν, καθώς η κυβερνητική πολιτική δίνει μια δυνατότητα προς όλους να υπενθυμίσουν στους ψηφοφόρους ότι ο θεσμικός τους ρόλος είναι η αντιπολίτευση.
Ομως τα προβλήματα παραμένουν. Για κάποιους η κρίση που διέρχεται η Νέα Δημοκρατία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα του κυβερνητισμού της. Θεωρούν ότι δεν θα συμβεί το «μοιραίο», κατά τα πρότυπα του έτερου κυβερνητικού πόλου της μεταπολίτευσης που κατέρρευσε εκλογικά, διότι ο χώρος της Κεντροδεξιάς δεν επιχειρείται να καταληφθεί από κάποιον άλλο κομματικό σχηματισμό όπως ακριβώς συνέβη στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Πιστεύουν μάλιστα πως αρκεί μια «ανακαίνιση» για να ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση ανακατάληψης της εξουσίας. Κακέκτυποι αντιγραφείς της τελευταίας προεκλογικής εκστρατείας του Αλέξη Τσίπρα προβάλλουν το «νέο» έναντι του «παλιού», το «διαφορετικό» έναντι του «δοκιμασμένου», τη «γενιά» έναντι του «συνόλου», την «αλλαγή» έναντι του υπάρχοντος! Αυτό είναι και το ουσιαστικό πρόβλημα: ότι δεν υπάρχει τίποτα! Προφανώς το μόνο που έχει απομείνει στη Νέα Δημοκρατία είναι τα πεπραγμένα από τη συγκυβέρνησή της με το ΠΑΣΟΚ και η επίκληση του ονόματος και της πολιτικής του ιδρυτή της.
Οργανωτικά, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Η επιρροή του στην κοινωνία απλά δεν υφίσταται. Η παραγωγή ιδεών έχει σταματήσει προ πολλών ετών. Ουδέποτε η Ν.Δ. έγινε έστω και παρακολούθημα της εξέλιξης των άλλων κεντροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης τα οποία κυριαρχούν όχι μόνον εκλογικά αλλά και σε επίπεδο παραγωγής και εφαρμοσμένης πολιτικής.
Πέραν αυτών, με την εξαίρεση της περιόδου του Κώστα Καραμανλή, οι «φατρίες» φρόντιζαν να απαξιώνουν η μια την άλλη και άρα να αμφισβητούν την ιστορία, την προσφορά και τη συνέχεια της παράταξης και των στελεχών της μέσα στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.
Οι διακρίσεις που θα ήταν καλοδεχούμενες για ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας και θα εδράζονταν σε ιδεολογική βάση (π.χ. φιλελεύθερος, συντηρητικός) έχουν αντικατασταθεί πλήρως από την «επωνυμική» διασύνδεση των ψηφοφόρων με την πολιτική: «μητσοτακικός», «σαμαρικός», «καραμανλικός». Για τους γνωρίζοντες υπάρχουν και αριθμητικά μικρότερες ομάδες, αλλά δεν είναι της στιγμής η σε βάθος κατηγοριοποίηση των «φυλών» της Δεξιάς.
Και πάλι, αν εκεί σταματούσαν τα προβλήματα, θα μπορούσε να βρεθεί ευκολότερα η λύση. Η αναγκαιότητα της συνεκτικότητας και συνοχής μιας Κεντροδεξιάς θα οδηγούσε αναγκαστικά σε διάλογο ουσίας και έστω με «πόνο» και «κόπο» το κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή θα έβρισκε ξανά την περπατησιά του.
Εδώ όμως συμβαίνει κάτι βαθύτερο, κάτι που βρίσκεται πίσω από τα παραπετάσματα: έντεχνα αμφισβητείται η παράδοση που δημιούργησε ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας. Η πλειονότητα των Ελλήνων έχει ξεχάσει ότι κάποτε στη Δεξιά συνέβη σχίσμα. Το σχίσμα αυτό οριστικοποιήθηκε το 1974, όταν ο Καραμανλής πήρε οριστικό διαζύγιο με το βασιλικό παρελθόν της παράταξης.
Παράλληλα, παραμέρισε τις ελίτ εκείνες που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνεργάστηκαν είτε με τη χούντα είτε παρέμεναν φιλικές σ’ ένα περιβάλλον που ο λαός με το δημοψήφισμα του αφαίρεσε τον όποιο ρόλο στα πολιτικά πράγματα του τόπου. Οι επίγονοι του Καραμανλή κατάφεραν όχι μόνο να διατηρήσουν τη συνοχή της Δεξιάς αλλά και να εμπλουτίσουν τον φορέα της με νέα πρόσωπα από τον φιλελεύθερο και κεντρώο χώρο.
Μπορεί η Νέα Δημοκρατία να μην κατάφερε να μετατραπεί ποτέ σε ένα σύγχρονο κεντροδεξιό κόμμα, κατάφερε όμως οριστικά να ενταχθεί στο δημοκρατικό μπλοκ και πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης να είναι αυτή που είχε την πρωτοκαθεδρία στην υπεράσπιση της δημοκρατίας και στην προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών.
Υπό όρους κανονικότητας, η εκλογή νέου αρχηγού στη Ν.Δ. θα έπρεπε να είναι η κορύφωση μιας συνεδριακής διαδικασίας κατά τη διάρκεια της οποίας οι δημοκρατικά εκλεγμένοι σύνεδροι θα αποφάσιζαν για το νέο περιεχόμενο της πολιτικής της παράταξης. Τη νέα της ταυτότητα.
Είτε έτσι όμως είτε αλλιώς, το διακύβευμα είναι το ίδιο: η εκλογή του νέου αρχηγού θα σηματοδοτήσει την επικράτηση μιας «συνιστώσας» ή ενός αθροίσματος «συνιστωσών» πάνω στις άλλες ή θα οδηγήσει στην επιλογή του κατάλληλου προσώπου που θα συνενώσει και θα αξιοποιήσει όλες τις δυνάμεις της παράταξης ώστε να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για την αναζήτηση των όρων και των προϋποθέσεων για τη μετεξέλιξή της σε σύγχρονο κεντροδεξιό κόμμα;
Η Ν.Δ. δεν έχει ανάγκη ούτε από πειραματισμούς ούτε από απολίτικα, δήθεν ηλικιακά, λίφτινγκ. Εκείνο που χρειάζεται να διασφαλιστεί στη μετεξέλιξή της είναι και η τομή και η συνέχεια.
