Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο ότι στις παρασκηνιακές συνομιλίες ΗΠΑ – Ρωσίας οι δύο πλευρές δεν περιορίζονται στην αναζήτηση τερματισμού των συγκρούσεων στην Ουκρανία, αλλά αναζητούν μια συνολική διευθέτηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την παραπάνω διευθέτηση σαν αναζήτηση ενός νέου Ελσίνκι, καθώς οι πρόνοιες της Διάσκεψης Κορυφής που συνήλθε στην πρωτεύουσα της Φινλανδίας τον Ιούνιο του 1975 έχουν ακυρωθεί από τις εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη, κυρίως από τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς μετά το 1997.
Την ώρα που η προσοχή είναι στραμμένη στην Ουκρανία, η ένταση και η καχυποψία κυριαρχούν στη Βαλτική μετά την προσχώρηση της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.
Ειρωνεία της Ιστορίας είναι να αναζητούνται συνολικές διευθετήσεις για την ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου την ώρα που η Ε.Ε. προωθεί ένα πρόγραμμα μαζικού επανεξοπλισμού και ταυτόχρονα Γαλλία και Βρετανία μιλούν για αποστολή χερσαίων δυνάμεων στην Ουκρανία.
Το πρόβλημα για τη Ρωσία δεν ήταν αυτή καθεαυτή η ένταξη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στο ΝΑΤΟ, όσο η προώθηση ΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στην πρώην ΕΣΣΔ και συγκεκριμένα στις Βαλτικές Χώρες μετά την έκρηξη της σύγκρουσης στην Ουκρανία το 2014.
Τα παραπάνω αθροιστικά νομιμοποιούν το ερώτημα αν η δυναμική της αμυντικής χειραφέτησης της Ε.Ε. βραχυκυκλώνει τη διμερή διαπραγμάτευση ΗΠΑ – Ρωσίας. Το ερώτημα αυτό παραπέμπει στο κύριο ερώτημα: αν και κατά πόσον οι ΗΠΑ του Τραμπ θα αποσυρθούν από την εγγύηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας καθιστώντας τη χειραφέτηση των Ευρωπαίων συμμάχων αναπόφευκτη.
Οι ΗΠΑ του Τραμπ, όπως και των προκατόχων του, θέλουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών των Ευρωπαίων εταίρων για την ενίσχυση του ΝΑΤΟ όπου είχαν, έχουν και θα έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Με την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα να είναι η αναντικατάστατη εγγύηση ασφαλείας των Ευρωπαίων συμμάχων, εξυπακούεται ότι τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για τις σχέσεις Ε.Ε. – Ρωσίας τον έχει η Ουάσινγκτον.
Ετσι ακριβώς συνέβη την άνοιξη του 2003, όταν Γαλλία και Γερμανία συμφώνησαν στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και με αφορμή την αντίθεσή τους στην επικείμενη εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ διακήρυξαν την ανάγκη αμυντικής χειραφέτησης της Ε.Ε. Το μήνυμα που επιβεβαίωσε την πρόοδο στις διμερείς διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ρωσίας ήταν δίχως αμφιβολία ο διορισμός από τους Τραμπ και Πούτιν προσωπικών απεσταλμένων.
Η Ιστορία της Ευρώπης από το 1917 μέχρι και σήμερα διδάσκει ότι χωρίς την εμπλοκή των ΗΠΑ και της Ρωσίας δεν μπορεί να υπάρξει ασφάλεια και σταθερότητα στη Γηραιά Ηπειρο.
