Την προηγούμενη εβδομάδα τα εφιαλτικά σενάρια για την παγκόσμια ευημερία επανήλθαν στη μεγάλη εικόνα με τη μορφή των δασμών του Τραμπ. Η ειρωνεία είναι πως η χώρα που πρωτοστάτησε στην εξάλειψη δασμών και λοιπών εμπορικών φραγμών είναι αυτή που τους επαναφέρει με επιθετικό τρόπο. Οι φόβοι για το μέλλον των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Ασίας και των λαών της, η σύνθλιψη θεσμών, οι εμπεδωμένες ψευδαισθήσεις δημοκρατίας ευθύνονται για τις ανησυχίες που δεν είναι απλώς και μόνο εμπορικές. Το κύμα Τραμπ εμφανίζεται ως πύκνωση της απεικόνισης του παρόντος και του μεσοπρόθεσμου ορίζοντα. Ενα μίγμα εκδικητικότητας για τους πολιτικούς αντιπάλους, εξευτελισμού για όσους εκφράζουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις, δημόσιου εκφοβισμού αλλά και ευνοιοκρατίας για τους υποστηρικτές, τους χρηματοδότες και τους αυλικούς. Εντούτοις, αν το καλοσκεφτεί κάποιος, η Αμερική είναι σαν να συνεχίζει να κινείται με τη συντηρητικο-θρησκευτική απάθεια που συνδυάζεται με την ισχύ, το μεγαλείο, το χρήμα και τα απαράγραπτα πεπρωμένα της.
Υπάρχουν αντίβαρα στην αυτοκρατορική πολιτική Τραμπ; Υπάρχουν θεσμικά ή και συνταγματικά αναχώματα στις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας; Υπάρχουν: το Κογκρέσο, η δικαστική εξουσία και, τέλος, ο λαός. Ομως οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι τα συνταγματικά αναχώματα δύσκολα θα περιόριζαν τα αλυσοπρίονα του Τραμπ. Το Κογκρέσο ελέγχεται από τον Τραμπ και θα συνεχίσει να ελέγχεται. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακόμη και αν έπιανε τον Τραμπ με τη γίδα στην πλάτη, θα ήθελε τη στήριξη του Κογκρέσου και/ή του στρατού· και δεν την έχει. Τέλος, «ο λαός μίλησε πρόσφατα» και είπε «Τραμπ» –παρότι οι υποστηρικτές του σήμερα δεν μπορούν να πιστέψουν όσα γίνονται στις ΗΠΑ.
Στο παγκόσμιο περιβάλλον η Κίνα παρακολουθεί τις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης από την οποία επωφελήθηκε. Θα προσπαθήσει -ίσως μαζί με τη Ρωσία- να ανασχεδιάσει και να εκμεταλλευτεί προς όφελός της τις ευκαιρίες των γεωπολιτικών ανατροπών.
Η Ευρώπη εμφανίζεται αποδυναμωμένη όσο ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική περίοδο. Κάνει πολλά και τα κάνει αργά. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη είναι ίσως η μόνη ήπειρος με κάποια στοιχεία δημοκρατικού κράτους και κράτους ευημερίας που κάποτε ενσάρκωναν οι ΗΠΑ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι περισσότεροι, απογοητευμένοι και δίχως αισιόδοξα επιχειρήματα, κοιτάζουν την Ευρώπη προσδοκώντας κάτι άλλο ή ενδείξεις δυνητικής αφύπνισης. Μάλλον εκφράζουν ευσεβείς πόθους. Οι απαισιόδοξοι υποστηρίζουν πικρόχολα ότι η «Ευρώπη του Διαφωτισμού» έχει γίνει το πιο σύντομο ανέκδοτο. Η ιδέα ότι «δεν υπάρχει Θεός» δεν κινείται θεωρητικά στη σφαίρα κάποιας αφηρημένης μεταφυσικής ή οντολογικής ανησυχίας, αλλά συμπυκνώνεται στις τρέχουσες επιλογές αρκετών Ευρωπαίων ηγετών που δείχνουν πρόθυμοι να συμμαχήσουν ακόμα με τον διάβολο προκειμένου να σώσουν τους εαυτούς και τις εξουσίες τους. Αυτό είναι το φίδι των πολιτικών quid pro quo (κάτι με αντάλλαγμα κάτι). Η Ευρώπη ετοιμάζεται να αντιδράσει στην επερχόμενη οικονομική ύφεση με ένα γενναίο πρόγραμμα επανεξοπλισμών ομνύοντας στην ειρήνη, δίχως όμως να δείχνει ακριβώς τον εχθρό ή έστω τα μελλοντικά οφέλη που θα προέλθουν από τους εξοπλισμούς. Και όσο κάνει αυτές τις επιλογές, τόσο χάνει τη συναίνεση των λαών· τόσο χάνει τη νομιμοποίηση που της έχει απομείνει και τη θρυλούμενη κοινωνική συνοχή. Ενθαρρύνει έτσι τις δράσεις των διαλυτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της.
Επομένως, τα οικονομικά αποτελέσματα είναι αυτά που ίσως δώσουν τον ρυθμό των πολιτικών εξελίξεων απέναντι στο κύμα Τραμπ και την ανοησία των Ευρωπαίων. Αλλά εδώ θα μιλήσει η γλώσσα των συμφερόντων, που όμως δεν είναι αμιγώς κοινωνική, ούτε θα μπορούσε να μεταφραστεί με βεβαιότητα ως τέτοια. Αν, για παράδειγμα, ισχύει ότι τα χρηματιστήρια ως αποδέκτες παγκόσμιων γεγονότων και εξελίξεων αποκωδικοποιούν και προβλέπουν τις μελλοντικές αναταράξεις (που συνδέονται με πολιτικά future shock), αν ισχύει ότι -εκτός από χρηματοοικονομικοί θεσμοί και βήματα επιβράβευσης ή καταδίκης επιχειρήσεων- τα χρηματιστήρια είναι πομποί σημάτων για την πορεία ολόκληρης της οικονομίας, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι εστάλησαν τα πρώτα σήματα στην πολιτική Τραμπ.
Στον απόηχο των ανακοινώσεων Τραμπ για εισαγωγικούς δασμούς, η περασμένη Πέμπτη μπήκε στον κατάλογο των μαύρων ημερών ως «Μαύρη Πέμπτη». Στη Wall Street καταγράφηκε η μεγαλύτερη πτώση από την εποχή της πανδημίας του 2020. Ο δείκτης S&P 500 κατέγραψε αρνητικό ρεκόρ και οι δείκτες Dow Jones και Nasdaq υποχώρησαν πάνω από 1.000 μονάδες. Το ίδιο συνέβη στα χρηματιστήρια της Ευρώπης, της Ασίας, της Αυστραλίας κ.λπ. Μόνο στη χρηματαγορά των ΗΠΑ εξαερώθηκαν περί τα 2,5 τρισ. δολάρια (όσο το ΑΕΠ της Ιταλίας). Αυτά που πρόκειται να χάσουν οι Αμερικανοί αλλά και οι άλλοι λαοί θα τους επιστραφούν; Ο Σμιθ, ο Ρικάρντο κ.ά. λένε πως όχι· μαζί και οι νεοκλασικοί και οι νεοκεϊνσιανοί και όλοι οι θεωρητικοί της διεθνούς πολιτικής οικονομίας.
