Ποια είναι η μεγάλη εικόνα μέσα στην οποία εντάσσονται όλα όσα παρακολουθούμε τελευταία με επίκεντρο το Ουκρανικό και μας εκπλήσσουν; Οι εξελίξεις δείχνουν ότι ο Τραμπ ασπάζεται την πολιτική του προέδρου Νίξον. Τότε αντίπαλος ήταν η ΕΣΣΔ ως υπερδύναμη και ο Νίξον προσέγγισε την Κίνα για να ακυρώσει τη σύμπραξή της με τη Μόσχα. Σήμερα αντίπαλος είναι η Κίνα και ο Τραμπ προσεγγίζει τη Ρωσία για να αποδυναμώσει ή και να ακυρώσει τη συμμαχία της με την Κίνα που έχει ενισχυθεί με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης η Ευρώπη, που εμφανίζεται φιλοπόλεμη, αποτελεί πρόβλημα για την Ουάσινγκτον γι’ αυτό παραμερίζεται.
Γι’ αυτό ο λόγος του Αμερικανού αντιπροέδρου Βανς στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια προκάλεσε σοκ στους Ευρωπαίους ηγέτες. Αναμφισβήτητα μετά την εκλογή Τραμπ οι ΗΠΑ αναμειγνύονται στα εσωτερικά των ευρωπαϊκών κρατών πριμοδοτώντας την Ακροδεξιά. Αυτό βέβαια δεν δικαιώνει ούτε εξωραΐζει το υπόλοιπο πολιτικό προσωπικό. Το ανάθεμα στην Ακροδεξιά δεν μπορεί να νομιμοποιεί και να επικαλύπτει την αντιδημοκρατική συμπεριφορά των υπολοίπων, τον μακαρθισμό που πλανάται στην Ευρώπη, την Ευρώπη της μιας άποψης, αυτής της «σωστής πλευράς της Ιστορίας», στοχοποιώντας όποιον θέλει να ενεργοποιήσει τη λογική και την ανεξαρτησία της σκέψης του, ακόμη και όποιον έχει εντελώς αντίθετη άποψη. Για τις αρχές και τις αξίες της Ευρώπης δεν μας μιλάνε συνεχώς; Κάποιος θα έπρεπε να τους τα πει λοιπόν. Αν έκανε την κριτική οποιοσδήποτε άλλος, θα στοχοποιούνταν, θα τον λοιδορούσαν ως φιλορώσο και πουτινικό. Ομως ο Βανς είναι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος, μιλούσε εξ ονόματος του προέδρου Τραμπ από θέση ισχύος, και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Από πού άντλησε το θράσος; Μα απευθυνόταν σε δεδομένους και εξαρτημένους από την Ουάσινγκτον που για να ενισχύσουν την εξάρτησή τους έφτασαν στο σημείο να ασπάζονται τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας καίτοι αυτές αποδυνάμωναν την Ευρώπη και ενίσχυαν την Ουάσινγκτον. Τα όσα είπε απαντούν έμμεσα και στο ερώτημα της αύξησης της επιρροής της Ακροδεξιάς στη Γηραιά Ηπειρο.
Η επισήμανσή του για την απώλεια της ελευθερίας της έκφρασης ήταν απόλυτα στοχευμένη. Αυτό που συνέβη στη Ρουμανία, σε ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε., είναι πραγματικά ακραίο: τρεις ημέρες πριν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, στον οποίο οι δημοσκοπήσεις εμφάνιζαν ως επικρατέστερο τον υποψήφιο της Ακροδεξιάς, όπως χαρακτηροζόταν επειδή ήταν κατά του πολέμου στην Ουκρανία και ρωσόφιλος, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας ακύρωσε και τον πρώτο γύρο των εκλογών με τη συνήθη κατηγορία, της ρωσικής προπαγάνδας που είχε «μολύνει» τις εκλογές. Δεν αντέδρασε κανείς στις Βρυξέλλες, αντίθετα μάλιστα! «Αν η δημοκρατία σας –είπε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος στην ομιλία του– μπορεί να καταστραφεί με μερικές ψηφιακές διαφημίσεις 100.000 δολαρίων από μια ξένη χώρα, τότε δεν ήταν πολύ δυνατή εξ αρχής».
Να θυμίσουμε τι έγινε στη Μολδαβία τον περασμένο Οκτώβριο, στα δύο δημοψηφίσματα για τη συνταγματική κατοχύρωση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας και για την εκλογή προέδρου; Ενώ το «όχι» κυριαρχούσε με διαφορά μέχρι την τελευταία στιγμή και ο αντίπαλος της προέδρου Μάγια Σάντου επικρατούσε, στο τέλος επιστρατεύτηκαν οι ψήφοι του εξωτερικού που ανέρχονταν στις 300 χιλιάδες (!) και ανέτρεψαν οριακά τα αποτελέσματα. Και εκεί καταγγέλθηκε από τη Μάγια Σάντου «εγκληματική οργάνωση», ρωσική προφανώς, που προσπάθησε να νοθεύσει τις εκλογές. Φαίνεται πως στις «δημοκρατίες» η ψήφος είναι προκαθορισμένη. Αλλά και στη Γαλλία; Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές η βούληση του γαλλικού λαού καταγράφηκε την πρώτη Κυριακή των εκλογών, αλλοιώθηκε τη δεύτερη με τις ευλογίες του Συντάγματος για να έλθει ο πρόεδρος Μακρόν, αγνοώντας τη βούληση του λαού, να συγκροτήσει κυβέρνηση της αρεσκείας του. Να θυμίσουμε την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρόμπερτ Φίτσο, πρωθυπουργού της Σλοβακίας ως ρωσόφιλου; Να θυμηθούμε το σκάνδαλο των υποκλοπών στη χώρα μας ή την καταπάτηση του Συντάγματος για τα ιδιωτικά ΑΕΙ και τον εμπαιγμό της κυβερνητικής «δέσμευσης» για τη μελλοντική αναθεώρηση του άρθρου 16 που καταπάτησε;
Τα δημοψηφίσματα της Ε.Ε. που επαναλαμβάνονταν μέχρι το επιθυμητό αποτέλεσμα ή τα δημοψηφίσματα στα οποία Γάλλοι και Ολλανδοί απέρριψαν με ηχηρά ποσοστά το Ευρωσύνταγμα και ούτε καν επανελήφθησαν αλλά παρακάμφθηκε η λαϊκή ετυμηγορία μέσω των Κοινοβουλίων; Και η ανάδειξη της Κάγια Κάλας, πρωθυπουργού της Εσθονίας μέχρι τότε, ως επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας; Διότι στη χώρα της καταπατούνται βάναυσα τα ανθρώπινα δικαιώματα των ρωσόφωνων πολιτών που αποτελούν το 25% και πλέον του πληθυσμού, οι οποίοι πέραν της απαξιωτικής αντιμετώπισης χαρακτηρίζονται μετά το 1991 ως «μη πολίτες» και υπόκεινται σε ταπεινωτικές διαδικασίες επανάκτησης της ιθαγένειας, όπως και στη Λετονία και τη Λιθουανία. Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά, πάρα πολλά.
Αναμφισβήτητα οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην Ακροδεξιά και το αυτάρεσκα αυτοαποκαλούμενο δημοκρατικό τόξο έχουν καταστεί δυσδιάκριτες. Τώρα που φτάσαμε στο σημείο ο βοηθός του «νέου σερίφη στην πόλη» να της κουνάει το δάχτυλο, η Ευρώπη θα πρέπει να προβληματιστεί για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει.
*Τ. αρχιμηχανικός ΟΣΕ, πολιτικός μηχανικός ΑΠΘ
