Η κάθε λογοτεχνία, το κάθε κομμάτι της, πρέπει να ερμηνευτεί σε σχέση και με τις άλλες λογοτεχνίες που στη συγκεκριμένη περίοδο εκφράζονται στον κόσμο. Σε κάθε μία από αυτές, ο λογοτεχνικός λόγος συνδέεται με τα ιστορικά γεγονότα και τις δομές της κοινωνίας που διαρκώς εξελίσσεται.
Η λογοτεχνική ιστορία είναι κι αυτή μια μορφή της ιστορίας του πολιτισμού και δημιουργείται από τη σύγκλιση των λογοτεχνικών, καλλιτεχνικών, φιλοσοφικών ρευμάτων, από τα ήθη μιας εποχής και δεν μπορεί να αποσχιστεί από την «ιστορία», δηλαδή από την εξέταση των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών δομών, μέσα από τις οποίες η κοινωνία διαμορφώνεται.
Αν λοιπόν η ιστορία της λογοτεχνίας συμβαδίζει με την κοινωνική και την πολιτική ιστορία, ο λογοτεχνικός λόγος δεν πρέπει να εκθειάζει μόνο μια κοινωνία, αλλά έχει καθήκον να ασκεί την κριτική του. Αν την αρνείται, στην πραγματικότητα αρνείται την ίδια την ύπαρξή του, την ελευθερία έμπνευσης και έκφρασης, χωρίς την οποία υποτάσσεται στην εξουσία, καταλήγει σε πειθήνιο όργανό της και μοιραία παρακμάζει.
Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε μια λογοτεχνία ξένη προς την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας, αλλά θα πρέπει να σημειώσουμε πως τα ίδια τα κείμενα δεν καθορίζονται από αυτή την εξέλιξη. Η ελευθερία της σκέψης είναι η μαρτυρία της αυτονομίας μιας συνείδησης.
Στο πεδίο της λογοτεχνίας η αυτονομία εμφανίζεται στην εκφραστική της τελειότητα. Eτσι το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η λογοτεχνική κριτική είναι να διακρίνει σε ένα λογοτεχνικό έργο -καθορισμένο από τις ιστορικές συνθήκες- από τη μια τα στοιχεία εκείνα που εκφράζουν πληρότητα και έχουν ποιητική αξία και από την άλλη αυτά που έμειναν ανεκπλήρωτες επιθυμίες και δεν κατάφεραν να περάσουν στο βασίλειο της ποιητικής.
Εμφανίζεται έτσι μια αντίφαση ανάμεσα στην υποχρέωση της ιστορίας της λογοτεχνίας να καθορίσει τις σχέσεις των περιόδων και την αναγκαιότητα, όχι λιγότερο σημαντική, να πιστοποιήσει την ανεξαρτησία της ποιητικής έκφρασης. Αυτή η αντίφαση όμως λύνεται διαλεκτικά με τη μεθοδολογία της λογοτεχνικής ιστορίας. Σύμφωνα με αυτή, η σύνδεση των διαφορετικών έργων δίνεται από τις αναφορές στην ιστορία της κουλτούρας και από την κοινωνική και πολιτική δομή μιας εποχής.
Από την άλλη μεριά, κάθε ποιητικό έργο πρέπει να εξετάζεται σε βάθος σύμφωνα με ένα αισθητικό κριτήριο και σε αυτή την κατεύθυνση αποδεικνύεται μοναδικό στην πρωτοτυπία του και ασύγκριτο, αθάνατη μαρτυρία ενός τύπου και ενός τρόπου της ανθρώπινης αίσθησης. Θα μπορούσαμε λοιπόν να επιβεβαιώσουμε την αξία μιας ιστορικής σύγκλισης και την ανεξαρτησία και την ελευθερία κάθε έργου τέχνης.
Τα μεγαλύτερα έργα κάθε εποχής ενσαρκώνουν αυτές τις ιδέες και ενσωματώνουν τις έννοιες στον λόγο. Δεν αρκεί όμως η καθαρή και αφηρημένη ιδέα, αλλά η διαδικασία μέσα από την οποία μετατρέπεται σε εικόνα και έκφραση. Οι ανθρώπινες ευαισθησίες, απογυμνωμένες από κάθε τι το μεταβατικό, ελεύθερες από τις όποιες αφηρημένες ιδέες, τύπους και περιεχόμενα, συγχωνεύονται στην εκφραστική διαίσθηση και αποτελούν, τέλος, την ενότητα του έργου τέχνης.
* ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ
