Το φθινόπωρο του 2021 η Ρωσία επιχείρησε να ανοίξει συνολικό στρατηγικό διάλογο με τις ΗΠΑ με κύριο ζητούμενο την επιστροφή στο στάτους κβο του 1997, όταν δηλαδή ξεκίνησε η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς.
Μέχρι την προσάρτηση της Κριμαίας και την ανάφλεξη στην ανατολική Ουκρανία το 2014 το σύνολο των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης επί της ουσίας είχε ενταχθεί στο πολιτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως μόνιμη παρουσία των δυνάμεων της Ατλαντικής Συμμαχίας στην περιοχή.
Από τότε και μέχρι την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στα τέλη του Φεβρουαρίου του 2022 η αντιπαράθεση των δύο πλευρών πήρε τη μορφή αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η παρουσία μάχιμων μονάδων ΗΠΑ, Βρετανίας, Καναδά, Γερμανίας και Γαλλίας στις τρεις Βαλτικές Χώρες μετά το 2014, μια παρουσία η οποία, χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, καταγράφηκε από το Κρεμλίνο ως πρόκληση χωρίς προηγούμενο.
Είναι δυνατόν να υπάρξει κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία και πολύ περισσότερο σταθεροποίηση μακράς διαρκείας, χωρίς να υπάρξει συνολική διαπραγμάτευση για το καθεστώς ασφαλείας της Ανατολικής Ευρώπης;
Είναι δυνατόν να υπάρξει μακράς διαρκείας μεταπολεμική σταθερότητα αν δεν αρθούν όλες οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν μετά το 2014; Και όχι μόνο γιατί θα είναι για τον ίδιο λόγο αδιανόητη μια παράταση της αποβολής της Μόσχας από την ομάδα των G-7 καθώς και η μη άμεση επαναλειτουργία του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας;
Το ίδιο ισχύει και για το φυσικό αέριο της Ρωσίας που θέτει αυτόματα και το θέμα της επαναλειτουργίας των υποθαλάσσιων αγωγών της Βαλτικής.
Οπως επισημαίνει σε χθεσινή της ανάρτηση η ιστοσελίδα Eurointelligence, με τις κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας η Ευρώπη αντάλλαξε απλά την πλήρη ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία με μια πολύ πιο δαπανηρή εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
«Τι θα κάνουν οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών αν η Gazprom υιοθετήσει μια κλασική συνταγή του επιθετικού μάρκετινγκ προτείνοντας εκπτώσεις, το πολιτικό κόστος της απόρριψης των οποίων θα είναι απαγορευτικό;», διερωτάται η έγκυρη ιστοσελίδα.
Η Ρωσία δεν έχει κανένα λόγο να βιάζεται, για τον πολύ απλό λόγο πως γνωρίζει ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ της από την προέλαση των δυνάμεών της στα πεδία των μαχών μέχρι την ολοένα και μεγαλύτερη αγανάκτηση της δυτικής κοινής γνώμης για μια σύγκρουση που δεν μπορεί να κερδηθεί.
Τα παραπάνω φαίνεται να τα έχει συνειδητοποιήσει ο Τραμπ καθώς διαπραγματεύεται με τον Πούτιν στη σκιά της απειλής κατάρρευσης του μετώπου ανά πάσα στιγμή.
