ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλεξάνδρα Κορωναίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο χρόνια μετά το έγκλημα των Τεμπών ποικίλες έρευνες και δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης προς τους κοινωνικούς θεσμούς και το πολιτικό σύστημα. Για την εμπιστοσύνη έχουν γραφτεί πάμπολλες μελέτες και δοκίμια σε όλα τα πεδία των κοινωνικών επιστημών, από την οικονομία μέχρι την ψυχολογία, πολύ πριν καθιερωθούν τα αμερικανικής έμπνευσης «βαρόμετρα εμπιστοσύνης».

Πρωτοπόρος στον κοινωνιολογικό στοχασμό περί εμπιστοσύνης, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Γκέοργκ Ζίμελ επιχείρησε στις αρχές του περασμένου αιώνα (Philosophie des Geldes, 1900, Soziologie, 1908) μια επιστημολογική τομή αναδεικνύοντας τον ιδιαίτερο ρόλο της εμπιστοσύνης, πέρα από τις διαπροσωπικές σχέσεις, σε συστημικό-δομικό επίπεδο για τη διατήρηση των κοινωνικών δεσμών.

Ακολούθησαν πολλοί κοινωνιολόγοι (Λούμαν, Γκίντενς κ.ά.) που, παρά τις επιστημονικές διαφωνίες τους, συμφωνούν στο εξής: χωρίς την υποθετική παραδοχή πως «ο άλλος» (πρόσωπο, θεσμός, αρχή κ.λπ.) λέει την αλήθεια ή κατέχει τη γνώση και διαθέτει τη βούληση να διαχειριστεί τα πράγματα προς όφελος αυτού που τον εμπιστεύεται, η κοινωνία διαλύεται.

Δεν είναι τυχαίο που η έννοια «εμπιστοσύνη» εμπεριέχει την έννοια της πίστης και συμβαδίζει με τη δυσπιστία και την προδοσία. Ολο και κάτι επιβιώνει από το θεολογικό σύμπαν στον απομαγευμένο κόσμο μας, όταν οικονομικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί παράγοντες καλούν τους πολίτες να εμπιστευθούν «καλή τη πίστει» τις τύχες τους σε «άγνωστους» θεσμούς και πρόσωπα. Χωρίς αυτή την a priori πίστη-εμπιστοσύνη, όπως σοφά παρατηρούσε ο Ζίμελ, κανείς δεν θα εμπιστευόταν τα χρήματά του στις τράπεζες, δεν θα έμπαινε σε ένα τρένο, δεν θα αγόραζε τρόφιμα, δεν θα υπέγραφε κάποια συναλλαγή. Διότι η εμπιστοσύνη ως πραγματικότητα είναι απείρως πιο περίπλοκη από την έννοια που την περιγράφει, καθώς αιωρείται ανάμεσα στην πλήρη γνώση που, αν υπάρχει, την καθιστά άχρηστη και τη μερική ή πλήρη άγνοια, που εκ των πραγμάτων την καθιστά απαραίτητη.

Στις παγκοσμιοποιημένες, υπερτεχνολογικές, ατομοκεντρικές και απρόσωπες «κοινωνίες της διακινδύνευσης» (Ούλριχ Μπεκ), με την κυριαρχία ψευδών ειδήσεων και εικόνων, η εμπιστοσύνη εξανεμίζεται. Οσο πιο απαραίτητη είναι για την κοινωνική συνοχή, άλλο τόσο δύσκολα αποδίδεται ή κερδίζεται στην εποχή του Λεβιάθαν που, όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, η εξουσία ούτε αξίες επικαλείται ούτε νομιμοποίηση χρειάζεται.

Το έγκλημα των Τεμπών αποκρυστάλλωσε κάτι που προϋπήρχε: τη μαζική καχυποψία και δυσαρέσκεια απέναντι στο ευρύτερο αξιακό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που καθοδηγεί τις ζωές και τις επιλογές των ανθρώπων. Κοινοβούλια και κυβερνήσεις, αγορές και μέσα μαζικής ενημέρωσης ή εξαπάτησης, δημόσιοι φορείς και Δικαιοσύνη, όλα τείνουν στην ακύρωση εκείνων των προϋποθέσεων-παραδοχών που άλλοτε καθιστούσαν λειτουργική την κοινωνική συνοχή.

Την πρωτοκαθεδρία στο έλλειμμα εμπιστοσύνης έχουν οι εκπρόσωποι του πολιτικού συστήματος. Ούτε μια καλή κουβέντα δεν ακούγεται γι’ αυτούς στις έρευνες: διεφθαρμένοι, υποκριτές, εγωπαθείς, συμφεροντολόγοι, καιροσκόποι. Η κοινωνική εμπειρία του προχωρημένου καπιταλισμού, οι αλλεπάλληλες διαψεύσεις προεκλογικών και μετεκλογικών υποσχέσεων, η φανερή ή «κρυφή» ιδιοτέλεια των πολιτικών προσώπων, τα διαπλεκόμενα συμφέροντα έχουν διαβρώσει δομικά τον κοινωνικό ιστό και μεταλλάξει οριστικά τη σημασία των λέξεων.

Η Αριστερά, όπως δείχνουν τα ποσοστά της στις δημοσκοπήσεις, απώλεσε επίσης την εμπιστοσύνη των πολιτών. Τα μεγάλα αφηγήματα του παρελθόντος -εργατική τάξη, ισότητα, διαρκής πρόοδος κ.λπ.- δεν έχουν πια αντίκρισμα. Η φθορά, ιδιαίτερα μετά το 2015, είναι αδιαμφισβήτητη. Οι ηγετικές ομάδες σε φωτεινά πάνελ ή μισοσκότεινα αμφιθέατρα παρελαύνουν αμήχανες και, κυρίως, αδύναμες να τροφοδοτήσουν το συλλογικό φαντασιακό με νέες ελπίδες και προσδοκίες.

Το αλλοτινό «ραντεβού με την Ιστορία» μοιάζει πλέον στα μάτια της πλειονότητας των πολιτών ένα «ραντεβού στα τυφλά» με θολά προτάγματα και τη διατήρηση των ίδιων λέξεων, που όμως δεν έχουν πια το ίδιο νόημα.

Το πιο αδύναμο πολιτικά επιχείρημα, γράφει η Χάνα Αρεντ, είναι πως αυτοί που επέλεξαν το μικρότερο κακό λησμόνησαν πολύ γρήγορα πως, εν τούτοις, επέλεξαν το κακό. Ερχεται όμως μια στιγμή που το ψέμα γίνεται αντιπαραγωγικό. Αυτή η στιγμή είναι όταν το κοινό, στο οποίο απευθύνονται τα ψέματα, αναγκάζεται να αγνοήσει εντελώς τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αλήθειας και ψεύδους για να μπορέσει να επιβιώσει.

Να επιβιώσουν θέλουν οι άνθρωποι στην εποχή της αβεβαιότητας. Κι είναι αυτοί, οι απλοί άνθρωποι, που γνωρίζουν πως χωρίς κοινωνικούς δεσμούς οι κοινωνίες παρακμάζουν και κάποτε εξαφανίζονται. Στηρίζονται, λοιπόν, στις δικές τους δυνάμεις, σε αποσπασματικές γνώσεις και πληροφορίες αναλαμβάνοντας το ρίσκο της διάψευσης γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή. Σαν βασιλιάδες σε αρχαίο δράμα δίνουν το δικό τους ραντεβού σε πλατείες και δρόμους, εμπιστεύονται τον άγνωστο διπλανό και πορεύονται. Αντιστέκονται -για πόσο ακόμα;- σε απολυταρχισμούς και ολοκληρωτισμούς, χωρίς εμπιστοσύνη σε θεσμούς και πρόσωπα. Mε την πολύτιμη όμως εμπειρία της καθημερινής ζωής ή τη διαίσθηση πως κανένα «Εγώ» δεν αντικαθιστά το «Εμείς» στο απρόβλεπτο παροντικό και μελλοντικό ιστορικό-κοινωνικό γίγνεσθαι.

*Ομ. καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, π. κοσμήτορας Παντείου Πανεπιστημίου