ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εζησε στη «μαρτυρική» Κρακοβία το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της και δημιούργησε όπως έχει γραφτεί «μια μεγάλη ποίηση για τους ανυπεράσπιστους θνητούς» (Τίνα Μανδηλαρά, lifo). Η Βιζουάβα Σιμπόρσκα, που πέθανε τον Φλεβάρη του 2012, υπήρξε μία από τις πιο αξιοσημείωτες ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα, τιμημένη με το αντίστοιχο Νόμπελ στα τέλη του (1996).

Ολιγογράφος, αλλά με ευρεία (ιδίως, αλλά όχι μόνο στην πατρίδα της) αποδοχή στη λαϊκή κουλτούρα, αφού ποιήματά της μελοποιήθηκαν, έσπασε τη σύγχρονη αδιαφορία για την ποίηση φτάνοντας σε πωλήσεις σημαντικούς πεζογράφους, ενώ έχει μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες. Στο «Rouge, η κόκκινη ταινία», από την τριλογία του, ο Κριστόφ Κισλόφσκι εμπνεύστηκε από τη βαθιά υπαρξιακή ποίησή της, που όμως χρησιμοποιεί τις «απτές» καθημερινές αγωνίες ως φιλοσοφικές διαθλάσεις…

Ξαναδιεκδίκησε λέξεις που η πολυχρησία των μεγάλων ιδεολογικών αφηγήσεων είχε διαβρώσει και έσπασε με έναν σουρεαλισμό γεμάτο επίγνωση της «ρεαλιστικής πραγματικότητας» ποικίλους κώδικες (και της σοβαροφάνειας ανάμεσα στ’ άλλα, χρησιμοποιώντας τον Μπάστερ Κίτον ως ποιητικό σύμβολο) για να αναδείξει την αόρατη ζωή των ανυπεράσπιστων πλασμάτων και των (εν τη ουσία τους) ποιητών. Μίλησε, όπως κάνει η αληθινή λογοτεχνία, για θέματα συμπαντικά σε μια εποχή επερχόμενης ιδιώτευσης, τείνοντας το χέρι στους ανθρώπους και στα πλάσματα. Κι απογύμνωσε τη ζωή ξανακάνοντάς τη ζωή ατόφια, δίχως στολίδια:

«Η ζωή εδώ και τώρα./ Παράσταση δίχως πρόβα./ Σώμα δίχως δοκιμή./ Κεφάλι δίχως περίσκεψη / Δεν ξέρω τον ρόλο που παίζω./ Ξέρω μόνο ότι είναι δικός μου, δεν ανταλλάσσεται» (μτφρ. Βασίλης Καραβίτης).

Μεταπολεμικά προσπάθησε να αντιδράσει στη βαρβαρότητα του φασισμού που είχε σημαδέψει τη νιότη της, διαλεγόμενη στις παρυφές των «πολιτισμένων» λέξεων με τα συντρίμμια του Αουσβιτς στην πόλη όπου μεγάλωσε, αποκαλύπτοντας τη φιλοσοφική/πολιτική διάσταση των καθημερινών ερωτημάτων σε έναν πλανήτη διαρκώς επανερχόμενων βαρβάρων. Αποδεχόμενη ότι η ζωή δικαιώνεται εντός του θανάτου και το αντίθετο, αναποδογύρισε κάθε κλισέ παρηγοριάς, συγχώρεσης ή ελπίδας, ώστε να προσπαθήσουμε αποξαρχής δίχως χειριστικά δεκανίκια:

«Είμαι εγώ η Κασσάνδρα./ Κι αυτή είναι η πόλη μου κάτω από τις στάχτες/ Δεν γνωρίζω τα παιχνίδια της καρδιάς/ Δεν γνωρίζω τη γύμνια του πατέρα των παιδιών μου./ Δεν φαντάζομαι το Ασμα Ασμάτων/…/Δεν χρησιμοποιώ την απελπισία γιατί δεν μου ανήκει/ μου την έχουν εμπιστευτεί μόνο για τη φυλάω./ Ακόμη κι αν μου κόψεις το δρόμο,/ ακόμη κι αν με κοιτάξεις στα μάτια,/ θα σε προσπεράσω στο χείλος της πιο στενής/…/ αβύσσου».

Αυτό είναι το βαθύτερο στοίχημα της ποίησης που βγαίνει πρώτα από το ποιώ και έπειτα από το γράφω…