Το 2016 ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Ολάντ, όταν διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να διεκδικήσει δεύτερη θητεία, ενεργοποίησε το σχέδιο Β’ που δεν ήταν άλλο παρά η υποψηφιότητα Μακρόν.
Μια υποψηφιότητα ως υπέρβαση του πολιτικού τοπίου της χώρας, με στόχο να προκύψει η συσπείρωση που θα έκοβε τον δρόμο στη Λεπέν.
Το σχέδιο Β’ επέτυχε το ακριβώς αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, καθώς επί της ουσίας κατέστησε το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο μοναδική αντιπολιτευτική δύναμη.
Μια δύναμη η οποία, στη χειρότερη των περιπτώσεων, θα εξέφραζε ένα ετερόκλητο αλλά και ευρύτατο μέτωπο δυσαρεστημένων.
Σε παρόμοιο δρόμο φαίνεται να κινείται σήμερα η Γερμανία, εν όψει των πρόωρων εκλογών του Φεβρουαρίου.
Αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις, τότε για να υπάρξει κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα πρέπει να συνεργασθούν οι Χριστιανοδημοκράτες, οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι, ενώ οι Φιλελεύθεροι θα μείνουν εκτός Μπούντεσταγκ.
Με αυτό το σκηνικό, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) θα είναι η μόνη παράταξη με προοπτική εξουσίας που θα εισπράξει τη φθορά του τρικομματικού κυβερνητικού συνασπισμού, όπως προκύπτει από τις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις.
Οταν η εναλλαγή των κομμάτων εξουσίας πιστοποιεί μια συνέχεια ίδιου μοντέλου με παραλλαγές διαχείρισης, τότε η AfD προβάλλει σαν η μόνη διαφορετική πολιτική επιλογή.
Στη σύγκρουσή τους με την Ακροδεξιά, οι πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου δεν πείθουν ότι διαθέτουν εφαρμόσιμη πρόταση εναλλακτικής διαχείρισης.
Ετσι, περιορίζονται σε ηθική και εν πολλοίς αισθητική απαξίωση της Ακροδεξιάς, μια μάχη χαμένη εκ των προτέρων, καθώς δεν υπάρχει βούληση και δυνατότητα οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου να επιχειρήσουν να απομονώσουν πολιτικά τη λαϊκιστική Ακροδεξιά.
Η περίπτωση της Μελόνι είναι αποκαλυπτική, καθώς δυόμισι χρόνια μετά την άνοδό της στην εξουσία αντιμετωπίζεται όχι ως απειλή, αλλά ως συνισταμένη σταθεροποίησης της συμπιεσμένης, από τη χρόνια δημοσιονομική περιοριστική πολιτική, κοινωνίας.
Το μοντέλο Μελόνι έχει τα όριά του, όπως άλλωστε και όλα τα ακροδεξιά πολιτικά μορφώματα που εμφανίστηκαν στην πολιτική σκηνή της χώρας από το 1994 μέχρι και σήμερα.
Με άλλα λόγια, έτσι βρισκόμαστε στο εκ πρώτης όψεως παράδοξο, η αδυναμία διατύπωσης εναλλακτικής κυβερνητικής διαχείρισης και από την Ακροδεξιά, να ικανοποιεί κέντρα εξουσίας και θεσμούς που μάχονται υπέρ του σημερινού στάτους κβο, αλλά ταυτόχρονα να αποσυσπειρώνει την εκλογική βάση της.
Η εικόνα είναι άκρως ανησυχητική, καθώς το θεσμικό κατεστημένο της Γηραιάς Ηπείρου δεν θεωρεί εξ ορισμού επικίνδυνη την άνοδο της Ακροδεξιάς, στην περίπτωση που οι διαφοροποιήσεις της παραμένουν στο επικοινωνιακό επίπεδο και κατά κύριο λόγο σε ό,τι αφορά την πολιτική λιτότητας.
