Εκτός από τα ζητήματα της πολιτικής οικονομίας του ολιγοπωλίου στο διαδίκτυο, καλό είναι να ρίχνουμε μια ματιά σε θέματα φιλοσοφίας και ψυχολογίας του ψηφιακού πλέον οικονομικού κόσμου. Χρειαζόμαστε μια διείσδυση στη μικροφυσική της οικονομικής εξουσίας στα δίκτυα. Μιλώντας θεωρητικά, έχουμε ανάγκη από ένα ερευνητικό άνοιγμα στην εξωτερικότητα του κεφαλαίου εντός των δικτύων.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο όμως είναι που μια διευκρίνιση καθίσταται αναγκαία. Οι νέοι εργαζόμενοι έχουν αναπτύξει ιδιαίτερες ταχύτητες επεξεργασίας της πληροφορίας και των ειδήσεων, της προκάτ γνώσης και των αναπαραστατικών της συμβόλων. Παρά την έκσταση της επικοινωνίας, όμως, δεν συνδέονται για να δράσουν: αγανακτούν εκ του ασφαλούς, χωρίς τα βλέμματα και τα σώματά τους να συναντώνται.
Και τα ψηφιακά τους δίδυμα συνασπίζονται για να διαμαρτυρηθούν στις ιντερνετικές πλατείες, ενώ η πατρίδα τους ως netizens είναι ο δικτυακός συνδεδεμένος κόσμος. Η δε εξέγερση και επανάσταση στο σύστημα περνάει από τη βαθιά διήθηση του ranking και του rating. Ετσι, οι αντιδράσεις σήμερα εξαντλούνται στα emoticons, στα νεύματα και στις καρδούλες.
Το συμπεριφορικό πλεόνασμα των χρηστών και τα ψηφιακά τους αποτυπώματα ξεπερνούν στο διαδίκτυο τις υπογραμμίσεις στις σελίδες βιβλίων (σχολικών, φροντιστηριακών, λογοτεχνικών), ενώ το Netflix τούς μεταφέρει το αμερικανικό όνειρο και τη συστημική δυσφορία ταυτόχρονα.
Γιατί άραγε; Γιατί οι νέοι επιμένουν να κυριαρχούνται από το θεαματικό συμβολικό της εικόνας και τη selfie που τους καθιερώνει περισσότερο από το ίδιο τους το σώμα και τον νου;
Να επανέλθουμε στη θεωρητική σταθερά: την εξωτερικότητα του κεφαλαίου. Από τότε που τα δυτικά οικονομικά τμήματα κατάργησαν το μάθημα της «εμπορευματολογίας», καταργήθηκε ουσιαστικά η φαινομενολογία του εμπορεύματος και της βιομηχανικής εργασίας, όπως αυτές συνέχονται στον τρόπο παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Αυτό έφερε την αλλοτρίωση πιο κοντά στο μηχανικό ασυνείδητο: στον τρόπο ταχύτατης «εντύπωσης» στα υποκείμενα της συνάρθρωσής τους με τη μηχανή (αλγόριθμος, λογισμικό κ.ά.).
Αυτό δεν το είχε δει μάλλον τόσο ξεκάθαρα ο Μαρξ, αλλά σύγχρονοι μελετητές του (Ντελέζ, Γκουαταρί, Μάμφορντ, Ελίλ) το σημείωσαν στα έργα τους.
Ο καπιταλισμός δεν αλλοτριώνει πλέον αλλά αποικιοποιεί και απεδαφικοποιεί. Και, παρά την παράνοιά του, φέρεται ως αποικιακή και ολιστική μηχανική οντότητα, ως σώμα δίχως όργανα ίσως (μιλώντας με όρους Ντελέζ).
Από τη μηχανική φύση του κεφαλαίου περνάμε γρήγορα στη συμβολική ισχύ του θεάματος. Και το παραγωγικό κεφάλαιο χάνεται μέσα στο πλασματικό όπως συγχωνεύεται το συμβολικό με το πολιτισμικό (βλ. Μοσκοβισί, Λεβί, Μπουρντιέ).
Το δυνητικό γίνεται πραγματικό. Η εξαίρεση γίνεται κανόνας και λειτουργεί ως προσομοιωτικό φαινόμενο, δικαιώνοντας τον Μποντριγιάρ.
Αυτές οι αναφορές μας στη σχολή του νεωτερικού γαλλικού κονστρουκτιβισμού μάς εφοδιάζουν με την πρώτη ύλη ανάλυσης αλλά και με τον χρόνο άρνησης του παρόντος. Μόνο που σήμερα η «εμπορευματοποιημένη ταυτότητα» καθίσταται ταυτόχρονα και «διαπραγματεύσιμη εαυτότητα». Οι κοινωνίες και τα υποκείμενά τους παλινδρομούν εντός του δίπολου που διχάζει όχι μόνο τη βιοεπιθυμία αλλά και τον ψυχισμό τον ίδιο.
