Δεν απέχει τόσο χρονικά, ώστε να έχει περάσει στην ιστορική λήθη, η εποχή που οι Ελληνες πολίτες ενημερώνονταν αρμοδίως ότι «δεν υπάρχει δημοκρατική εναλλακτική απέναντι στις ευρωπαϊκές συνθήκες». Ούτε ήταν η ελληνική κρίση του 2015 η μόνη περίπτωση όπου Ευρωπαίοι πολίτες διαπίστωσαν ότι η ψήφος τους σε εκλογές και δημοψηφίσματα δεν έχει τη βαρύτητα που θα περίμενε κανείς σε δημοκρατικές -υποτίθεται- χώρες. Αρκεί να ερευνηθεί η απουσία οποιασδήποτε επίδρασης των ευρωεκλογών στον πολιτικό προσανατολισμό της Ε.Ε. ή στην επιλογή των προσωπικοτήτων που διοικούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, για του λόγου το αληθές.
Μέχρι πρότινος, το κατεξοχήν ευρωπαϊκό παράδειγμα αυτής της εκφυλιστικής εξέλιξης σε παρόντα πολιτικό χρόνο ήταν η Γαλλία. Μετά τη βαριά του ήττα στις ευρωεκλογές, ο Μακρόν προκήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Η γαλλική Αριστερά αντέδρασε, σχηματίζοντας μια συμμαχία, το Νέο Λαϊκό Μέτωπο, η οποία έβαλε -προς στιγμήν- στην άκρη τις μεγάλες πολιτικές και προσωπικές διαφορές των εκπροσώπων της. Σε μια εκπληκτική ανατροπή που ανύψωσε στιγμιαία το ηθικό όλων των προοδευτικών Ευρωπαίων, το Νέο Λαϊκό Μέτωπο ήρθε πρώτο σε έδρες, το κόμμα του Μακρόν δεύτερο και αυτό της Λεπέν μόλις τρίτο -αν και πρώτο σε ψήφους, πράγμα που συχνά δεν αναφέρεται στον δημόσιο διάλογο, για ευνόητους λόγους.
Και μετά απολύτως τίποτε δεν συνέβη. Οχι μόνο δεν δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο Νέο Λαϊκό Μέτωπο, αλλά δεν έγινε καν ένας τυπικός ανασχηματισμός, με πρόσχημα την ομαλή διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στο Παρίσι. Μάταια η Ανυπότακτη Γαλλία, ως βασική συνιστώσα της αριστερής συμμαχίας, απαιτούσε να δοθεί η εντολή στην κοινής αποδοχής υποψήφια της τελευταίας, διαμαρτυρόμενη για την περιφρόνηση του Μακρόν στη λαϊκή εντολή. Και έπειτα, οι Γάλλοι που υποτίθεται ψήφισαν για να τιμωρήσουν τον Μακρόν για τις αντιλαϊκές πολιτικές του και για να ορθώσουν δημοκρατικό τείχος στην επέλαση της Λεπέν, κατέληξαν με πρωθυπουργό τον Μισέλ Μπαρνιέ, έναν παλαίμαχο δεξιό πολιτικό, με πλούσιες ευρωπαϊκές περγαμηνές και, το κυριότερο, με τη σιωπηρή ανοχή της ίδιας της Λεπέν την οποία, υποτίθεται, επεδίωκε ο Γάλλος πρόεδρος να αναχαιτίσει, καλώντας τη γαλλική Αριστερά σε δημοκρατική συστράτευση.
Δεν ήταν, συνεπώς, έκπληξη η πτώση της θνησιγενούς κυβέρνησης Μπαρνιέ, μόλις συνάντησε τον πρώτο σοβαρό σκόπελο, δηλαδή τον γαλλικό προϋπολογισμό λιτότητας, εν μέσω σοβαρής οικονομικής κρίσης, στην οποία ήδη προστίθεται και η πολιτική κρίση ακυβερνησίας. Ούτε οι καταγγελίες του Μακρόν εναντίον «των δύο άκρων που επιβουλεύονται τη σταθερότητα της χώρας».
Στην περίπτωση της Ρουμανίας, πάλι, τα πράγματα εξελίχθηκαν χωρίς περιττά προσχήματα. Μετά την απροσδόκητη νίκη του (όντως ακροδεξιού) Καλίν Γκεοργκέσκου στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών και, ιδίως, εν όψει ενός διαφαινόμενου θριάμβου του στον δεύτερο, ήταν το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας αυτό που κλήθηκε να αναλάβει άμεση δράση, πολύ απλά ακυρώνοντας τις εκλογές. Ο λόγος: πληροφορίες από τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας, σύμφωνα με τις οποίες η καμπάνια του Γκεοργκέσκου στο… TikTok έμοιαζε υπερβολικά με πρακτικές που χρησιμοποιεί η Ρωσία, για να επηρεάζει εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά που δεν φαίνεται να διαφέρουν από αυτές που χρησιμοποιούνται ευρέως και στη δημοκρατική Δύση.
Πάντα προβλέψιμη, η (μη εκλεγμένη, προφανώς) πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έσπευσε να χαιρετίσει την εξέλιξη, τονίζοντας ότι «μόνο οι Ρουμάνοι μπορούν να αποφασίσουν για τη χώρα τους», παραλείποντας, όμως, την ενοχλητική λεπτομέρεια ότι, πράγματι, το έκαναν, αλλά δεν επέλεξαν τον σωστό υποψήφιο.
Δημιουργείται, έτσι, ένα κάκιστο και εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο, σύμφωνα με το οποίο μπορούν πλέον να ακυρώνονται εκλογές στην Ευρώπη, μόνο με την επίκληση κάποιων ενδείξεων εξωγενούς παρέμβασης σε προεκλογικές καμπάνιες, οι οποίες είναι μάλιστα αρκετά αόριστες και πολύ απέχουν από το να έχουν αποδειχθεί. Το περισσότερο προβληματικό: εν προκειμένω δεν έγινε λόγος για νοθεία ούτε για κίνδυνο κατάλυσης του πολιτεύματος. Υποστηρίχθηκε ότι οι Ρουμάνοι ψηφοφόροι δεν ήξεραν τι ψηφίζουν.
Το consensus μεταξύ των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ δείχνει να συνοψίζεται στο αξίωμα ότι μερικά πράγματα είναι υπερβολικά σημαντικά για να αφεθούν έρμαια της ευμετάβλητης, απλοϊκής και ενίοτε ανορθολογικής λαϊκής ψήφου. Η οποία είναι θεμιτό και πρέπον να «διορθώνεται», όταν δεν είναι η αρεστή, με το πρόσχημα ότι αποτελεί προϊόν προπαγάνδας, λαϊκισμού, άγνοιας, πολιτικής ανωριμότητας ή απροσδιόριστων «εξωγενών παρεμβάσεων». Η δε διόρθωση γίνεται με τη χρήση (μάλλον, κατάχρηση) θεσμών και κανόνων, των οποίων αυθεντικοί ερμηνευτές είναι πάντα οι μύστες της εκάστοτε κυρίαρχης ιδεολογίας.
Εδώ εντοπίζεται το μείζον ιστορικό σφάλμα (ακόμα ένα) όσων, εκ του δημοκρατικού και προοδευτικού κόσμου ορμώμενοι, ακούν με συμπάθεια ή έστω ανοχή παρόμοιες απόψεις, στο μέτρο που αφορούν την Ακροδεξιά ή τον Πούτιν. Αυτό που ανέχονται, στην πραγματικότητα, είναι η κατάργηση της δημοκρατικής αρχής και θεμελιωδών συνταγματικών ελευθεριών, δήθεν για να διασωθούν.
*Δικηγόρος, διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών
