Η εκπαίδευση ως ο βασικός πυλώνας της παιδείας από το Σύνταγμα υποχρεούται στην παροχή γνώσεων, δεξιοτήτων και δραστηριοτήτων, φυσικών, πολιτιστικών και αναψυχής, έτσι ώστε να εκπληρούται η ολιστική δια-μόρφωση της «ανθρώπινης οντότητας».
Στο ερώτημα κατά πόσο συμβαίνουν τα παραπάνω θα απαντούσαμε ότι στο γνωστικό πεδίο εν μέρει μπορεί και να γίνεται, σε ό,τι αφορά όμως τις δεξιότητες και, πολύ περισσότερο, τις πολιτισμικές δραστηριότητες (αθλητισμού, πολιτισμού, αναψυχής), κάτι τέτοιο παραπέμπει σε λογική πυροτεχνημάτων.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις αθλητικές οι ώρες «απασχόλησης» των μαθητών στο μάθημα της Φυσικής Αγωγής δεν παρέχουν κανενός είδους δημιουργικές δραστηριότητες, αφού οι σχολικές συνθήκες γενικότερα, αλλά και των εγκαταστάσεων–υποδομών, ομοιάζουν με «αύλειους χώρους σωφρονιστικών καταστημάτων».
Ετσι, η άσκηση–άθληση των νέων, όπως και η πρόσφατη Πανελλήνια Ημέρα Αθλητισμού στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, λειτουργούν σαν «χαμένος χρόνος» για τους πολλούς και μέσο «διάκρισης των ολίγων ικανών» στο αποτέλεσμα του θεάματος και όχι της συμμετοχής.
Σε ό,τι αφορά το πολιτιστικό πεδίο και αυτό της αναψυχής της δημόσιας εκπαίδευσης γενική εκτίμηση είναι ότι υπάρχει «πενία» δημιουργικών δράσεων, απουσιάζουν παντελώς τόσο ως φιλοσοφία όσο και ως οργάνωση, αφού δεν υπάρχουν ανάλογοι σχεδιασμοί, πολύ δε περισσότερο «πολιτικές δια–μόρφωσής» τους.
Είναι αξιοσημείωτο πως νέοι ριζοσπάστες πολιτικοί στην Παιδεία και τον Αθλητισμό δεν αντιλήφθηκαν στους λίγους μήνες της διακυβέρνησής τους τη στρέβλωση της εκπαίδευσης σε ένα τόσο σημαντικό μέρος που αφορά την «πολιτισμική δια–μόρφωση» της νέας γενιάς και το «διατηρούν» ακόμα.
Φυσικά και δεν είναι εύκολο οι πολιτικοί προϊστάμενοι των αντίστοιχων υπουργείων να είναι γνώστες τέτοιων «λεπτομερειών», αλλά γι’ αυτό υπάρχουν οι επιστημονικοί σύμβουλοι που θα έπρεπε να τους ενημερώνουν, καθώς και τα κομματικά στελέχη του Τομέα Παιδείας και Αθλητισμού, τα οποία όφειλαν να είχαν επεξεργαστεί προτάσεις–προγράμματα.
Οι πολιτισμικές δραστηριότητες στην εκπαίδευση πρέπει -και επιβάλλεται- να «σχεδιαστούν» στη βάση της ωσμωτικής μύησης των νέων, σε αναλογία της σημερινής κοινωνικής ελληνικής πραγματικότητας, όπου οι αθλητικές, πολιτιστικές και αναψυχής λειτουργίες να αποτελούν ισοδύναμα και όχι συμπληρωματικά στοιχεία γνώσεων και βίωσης.
Ενα τέτοιο πλαίσιο αρχών, μεθόδων και περιεχομένων γνώσεων, δεξιοτήτων και πολιτισμικών δραστηριοτήτων στην εκπαίδευση είναι το ζητούμενο, αλλά μέσω ιδεών και προτάσεων από μελέτες και εφαρμογές οι οποίες μπορούν να κατευθύνουν αξιόπιστα τη νέα γενιά μακριά από την «κρίση και την έλλειψη οραμάτων».
Ενα πεδίο «μόρφωσης» με φαντασία και δημιουργικότητα, έξω από τα στείρα και δομικά αναλυτικά προγράμματα, βιβλία και περιεχόμενα που εξυπηρετούν την «ιδιοτελή εμπορία» της παιδείας τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπου ο «κράχτης» των πολιτισμικών δραστηριοτήτων (αθλητισμού, πολιτισμού, αναψυχής) προβάλλεται ως η ποιοτική υπεροχή της έναντι της δημόσιας εκπαίδευσης.
Τελικά μπορεί να υπάρξει «εθνική πολιτική εκπαίδευσης», η οποία θα είναι «ισότιμη» για όλη τη νέα γενιά χωρίς «διακρίσεις» κάθε μορφής και προέλευσης και στην οποία η συμμετοχή θα αποτελεί το στοιχείο της δημιουργικής ευχαρίστησης χωρίς «υποχρέωση» των τύπων αλλά με ουσιαστική απολαβή ως αποτέλεσμά της;
Μια τέτοια «πολιτική» στην εκπαίδευση θα ήταν δυνατόν να λειτουργήσει εφόσον η οραματική αναφορά αποκοπεί από την «ιδεοληπτική προκατάληψη» που τη συνδέει με τα κομματικά δομικά και συστημικά αγκυλώματα των στελεχών της και συνδεθεί με «ανεξάρτητους» μελετητές που ήδη έχουν προτάξει ανάλογα εγχειρήματα.
Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη για μια «πολιτική πολιτισμικής αναγέννησης» στην εκπαίδευση, που η διάρκειά της θα είναι ανεξάρτητη από τα πρόσωπα, έτσι ώστε ο «πειραματισμός» μέσα από την εφαρμογή να αποτελέσει το επιστημονικό επισφράγισμα μιας ποιοτικής αναφοράς για το μέλλον της νέας γενιάς.
*αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
