Στον τόπο που δεν βρέχει πια ποτέ, τσουρουφλίζονται με τις ώρες στο λιοπύρι οι τουρίστες για μια φωτογραφία στον πάσπαρο αλλοτινών μεγαλείων· τίμημα ευτελές, για μια στιγμή δημοσιότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ολάκερες πολιτείες, αλωμένες από τη βραχυχρόνια αρπαχτή, γίνονται σκηνικά για τα κρουαζιερόπλοια εξοστρακίζοντας τους δίκαιους κατοίκους τους στους ξεραμένους βάλτους της απελπισίας. Σπάει ρεκόρ το τσιμέντωμα μαζί με τις αφίξεις κάθε χρόνο, με πόρους δανεικούς από ένα ήδη πάμφτωχο μέλλον που καταφτάνει ολοταχώς για να γενεί ένα φοβερό παρόν. Κι όσο για τα εφήμερα –πλην, παχυλά – κέρδη των λίγων που θεωρούνε εαυτούς άρχοντες της καπατσοσύνης, αυτά εγγράφονται λογιστικά στη στήλη των βασάνων για τις παρούσες και τις επόμενες γενιές, με όλο και μικρότερες δυνατότητες παραγραφής.
Στον τόπο του παντοτινού καλοκαιριού, χειμώνας παγερός μοιάζει να βασιλεύει. Πληθαίνουν οι περαστικοί ενόσω οι μόνιμοι λιγιαίνουμε δραματικά· φεύγουν αθρόα όσοι μπορούν, με την ελπίδα να βρουν σ’ άλλα μέρη τη φαντασιακή τους Εσπερία. Εφυγαν και οι αλλοτινοί μετανάστες, που κάποτε κατέφτασαν και ζωντανέψανε τ’ απονεκρωμένα άκρα ετούτου του ξερόδεντρου στα νότια των Βαλκανίων, γεμίζοντας προσώρας με νιάτα και ζωή τα σχολειά και τις πλατείες των ρημαγμένων του χωριών, πριν να τα παραδώσουμε άνευ όρων στις αχόρταγες ορέξεις της πράσινης ανάπτυξης. Ακόμη κι οι απόκληροι αυτού του κόσμου –ναυάγια στ’ αρχιπελάγη της ξαπλώστρας των τριάντα ευρώ καπάρο– δεν καταδέχονται να ξεμείνουνε εδώ, παρά μονάχα εγκλωβίζονται στον δρόμο τους για παραπέρα· χώρα διέλευσης ή χώρα φυλακή γι’ αυτούς -ή μήπως και για εμάς, εντέλει;-, ανάλογα το τυχερό τους.
Στον τόπο με τη γη που χάσκει σκασμένη απ’ τη δίψα, με τα ξεραμένα φράγματα και τα στερεμένα υπόγεια πηγάδια, λιτανεύουμε για λίγες στάλες τα κυρίαρχα τοτέμ μας, που από τον άμβωνά τους στις τηλεοράσεις μάς κουνάνε το δάχτυλο ομνύοντας σε κοινωνικοπολιτικές ιδεοληψίες-προπετάσματα, ενόσω παρασιτούν ρουφώντας τούς όποιους χυμούς απέμειναν στις εσχατιές των αντοχών μας. Πολιτικά αποκαΐδια και κομματικά ξεράδια πνίγουν οτιδήποτε παλεύει να πετάξει βλαστούς από τα κάτω, ενώ πτωματοφάγα όρνεα ακροδεξιάς κοπής καραδοκούν να μας αποτελειώσουν, πυκνώνοντας τους κύκλους τους επάνω απ’ τα ισχνά κορμιά μας.
Στον άνυδρο ετούτον τόπο, μοιάζει να ξεράθηκε η ελπίδα. Μονάχα φως και πέτρες και λίγη πρωινή δροσιά απόμειναν, μήπως τον ξαναχτίσουμε αλλιώτικα. Ποιος ξέρει· μπορεί και να ’ναι αρκετά. Αλλωστε στον τόπο αυτό, όλα τα θαύματα έχουν ξανασυμβεί και πάντοτε βρέθηκε τρόπος τελικά· να δεις που θα βρεθεί και τώρα.
