Η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε τον Αύγουστο και επηρέασε οκτώ δήμους στη Βορειοανατολική Αττική (Βριλήσσια, Διόνυσος, Μαραθώνας, Παλλήνη, Πεντέλη, Ραφήνα – Πικέρμι, Χαλάνδρι, Ωρωπός) αποτελεί ακόμα ένα πλήγμα στο ήδη ταλαιπωρημένο περιβάλλον της περιοχής. Τα 100.000 καμένα στρέμματα προστέθηκαν στη μακρά λίστα των απωλειών δασικών εκτάσεων που σημειώνονται σχεδόν κάθε καλοκαίρι στην Αττική, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Οι συνεχείς πυρκαγιές έχουν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στη φυσική κληρονομιά της Αττικής.
Η συγκεκριμένη πυρκαγιά, ωστόσο, ήταν ιδιαίτερα καταστροφική, καθώς η έκτασή της ήταν πρωτοφανής. Δεν περιορίστηκε μόνο σε δασικές περιοχές, αλλά έφτασε μέχρι τον αστικό ιστό, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές σε κατοικίες και επιχειρήσεις. Δυστυχώς, οι απώλειες δεν περιορίστηκαν μόνο σε υλικά αγαθά, αφού θρηνήσαμε και μία ανθρώπινη ζωή. Η κατάσταση για τους πολίτες που έχασαν τα σπίτια και τις επιχειρήσεις τους είναι ιδιαίτερα δύσκολη και οι αποζημιώσεις, όποτε καταβληθούν, θα είναι δύσκολο να καλύψουν το σύνολο των απωλειών τους. Ακόμη πιο αδύνατο είναι να αποκατασταθεί η φυσική καταστροφή και η πανίδα που χάθηκε από τη φωτιά.
Η Αττική παραμένει μια περιοχή εξαιρετικά ευάλωτη στις φυσικές καταστροφές, κάτι που αποδεικνύεται κάθε χρόνο. Το καλοκαίρι, οι υψηλές θερμοκρασίες προκαλούν πυρκαγιές, τον χειμώνα η Αττική πλημμυρίζει, ακόμη και με μέτριας έντασης βροχοπτώσεις, και όταν πέφτει χιόνι, οι βασικές οδικές αρτηρίες, όπως η Αττική Οδός, παραλύουν. Αυτές οι συνεχείς καταστροφές καθιστούν φανερό ότι η κλιματική κρίση είναι εδώ και επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητά μας. Η κρίση αυτή δεν πρόκειται να αναστραφεί από μόνη της. Αντιθέτως, θα μας απασχολεί όλο και περισσότερο και ως εκ τούτου απαιτούνται άμεσα και αποφασιστικά μέτρα, τουλάχιστον για την αντιμετώπιση των συνεπειών της.
Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις, είναι απαραίτητο να βρούμε τα κατάλληλα εργαλεία και να προχωρήσουμε σε έναν ολοκληρωμένο επανασχεδιασμό, όχι μόνο του πλαισίου Πολιτικής Προστασίας της χώρας, αλλά και των υποδομών της. Οι εργασίες για την αντιπλημμυρική θωράκιση της Αττικής πρέπει να επιταχυνθούν, καθώς και η λήψη μέτρων πρόληψης φυσικών καταστροφών εκτός από την Αττική σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η πρόληψη είναι κρίσιμη. Αντί να αναρωτιόμαστε εκ των υστέρων τι πήγε στραβά, πρέπει να εστιάσουμε στη λήψη προληπτικών μέτρων για να μειώσουμε τις καταστροφές.
Οι απαιτούμενες αλλαγές πρέπει να είναι ριζικές και άμεσες. Χρειάζεται ισχυρή πολιτική βούληση, επαρκής χρηματοδότηση για έργα υποδομής, καθώς και ένα συνεκτικό σχέδιο για την Πολιτική Προστασία. Επιπλέον, είναι αναγκαίος ένας ξεκάθαρος καταμερισμός ευθυνών και αρμοδιοτήτων, ώστε όλοι οι φορείς να γνωρίζουν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση κρίσης.
Δυστυχώς οι πόροι που απαιτούνται για όλα αυτά είναι σημαντικοί. Στη ΔΕΘ δεν ακούσαμε πολλά τόσο από τον πρωθυπουργό όσο και από τους αρμόδιους υπουργούς και τους γενικούς γραμματείς που εξειδίκευσαν το κυβερνητικό πρόγραμμα και παρουσίασαν τις προτεραιότητες για την κατεύθυνση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Οι πόροι που προορίζονται για την κλιματική αλλαγή και τα αντιπλημμυρικά έργα δεν εμφανίζονται ως ξεχωριστός και διακριτός πυλώνας χρηματοδότησης, ούτε αποτελούν βασικό άξονα προτεραιότητας. Αντίθετα, εντάσσονται ως υπο-άξονας στον ευρύτερο πυλώνα με τίτλο «Πράσινη Μετάβαση», υπό την ονομασία «Αειφόρος χρήση των πόρων, ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και διατήρηση της βιοποικιλότητας». Ο συνολικός προϋπολογισμός για αυτόν τον υπο-άξονα ανέρχεται σε 1,763 δισ. ευρώ (πηγή: greece20.gov.gr). Στην αναλυτική περιγραφή αυτού του άξονα παρατίθενται τα συγκεκριμένα έργα και δράσεις που έχουν προϋπολογιστεί.
Μόνο τα αντιπλημμυρικά έργα για την Αττική, με μια αρχική εκτίμηση, απαιτούν όλους τους πόρους του άξονα (730 εκατ. ευρώ για αντιπλημμυρικά έργα ανακοίνωσε η Περιφέρεια Αττικής και αναμένεται η επικαιροποίηση του master plan του υπουργείου Υποδομών).
Τέλος, όσον αφορά την Αττική και την πυρκαγιά του καλοκαιριού. Είναι αδιανόητο να σχεδιάζεται η αποκατάσταση των πληγεισών περιοχών χωρίς τη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Η κεντρική διοίκηση δεν μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις και να θέτει προτεραιότητες χωρίς να συνεκτιμά τις ανάγκες και τις προτάσεις των τοπικών κοινωνιών που γνωρίζουν καλύτερα τις ιδιαιτερότητες της περιοχής τους. Η συνεργασία μεταξύ κεντρικής και τοπικής διοίκησης είναι αναγκαία για μια αποτελεσματική και βιώσιμη αποκατάσταση.
*Πολιτικός μηχανικός και περιφερειακός σύμβουλος στον Βόρειο Τομέα Αθηνών («Αττικός Κύκλος»)
