Είναι βολική η πεποίθηση ότι το σύστημα που κινείται πέριξ της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι αποτελεσματικό. Δίνει την αίσθηση πολιτικής ειμαρμένης. Το θέμα της χαμένης δεκαετίας του 2010 επανέρχεται περίπου πανομοιότυπο το 2024, εν αναμονή του 2025 ή του εκλογικού 2027. Υπάρχει εθνικός οδικός χάρτης; Ασκείται αντιπολίτευση; Η απάντηση είναι, μάλλον όχι. Πολλά είναι συγκοινωνούντα με εξελίξεις και προσδοκίες στην Ε.Ε. Στο πλαίσιο της πρόσφατης κρίσης η Ε.Ε. βοήθησε, αλλά από την πλευρά του πιστωτή. Και πολλές «μεταρρυθμίσεις» χρησιμοποιήθηκαν τότε ως οχήματα «προσαρμογής» του κράτους-οφειλέτη. Παρότι έγινε η «προσαρμογή», με το «όλον πολιτικό σύστημα» (περιλαμβανομένης της «πρώτης φοράς Αριστερά») να δαχτυλοδείχνει τους πιστωτές, η Ελλάδα φιγουράρει στις τελευταίες θέσεις των σημαντικών κοινωνικών και οικονομικών δεικτών. Η δημοκρατία είναι αέναο ζητούμενο στην Ε.Ε. και προβληματική στο εθνικό επίπεδο – 50 χρόνια μετά την αποκατάστασή της. Το μεταπολεμικό επίτευγμα της Ευρώπης, η ανοιχτή κοινωνία, πνίγεται στους εθνικισμούς και στην ακροδεξιά ρητορική.
Μια εύλογη προοπτική θα υπαγόρευε πολιτικές συνεργασίες, συγκλίσεις και συνθέσεις. Η κοινωνικο-οικονομική ιστορία της Ευρώπης του 20ού αιώνα ήταν μια ιστορία συνθέσεων. Ομως, ήταν και ιστορία ολέθρων. Θα μπορούσαν οι λαοί της Ε.Ε. και οι εθνικές πλειοψηφίες να αξιώσουν και να επεξεργαστούν έναν οδικό χάρτη για το μέλλον; Να νομιμοποιήσουν πολιτικές δυνάμεις που θα έδιναν στοιχειώδεις απαντήσεις, θα έθεταν στόχους για κοινές ευοίωνες κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές και ιστορικές εμπειρίες ευημερίας; Η απάντηση είναι και πάλι όχι, με βάση τα τρέχοντα εμπειρικά πολιτικά δεδομένα.
Επιπλέον, η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που μπορεί να αποφασίζει -υπό τις μελωδίες ζουρνάδων- αγνοώντας τις αντιδράσεις των άλλων. Η Ελλάδα είναι ένας δέκτης αποφάσεων, ακόλουθος και παρατηρητής των εξελίξεων στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή. Με δική μας επιλογή η χώρα είναι ενταγμένη στο συγκεκριμένο σύστημα που -σε αρκετά σημεία- κινείται ενάντια στα εθνικά μας συμφέροντα. Για παράδειγμα, η ευρωπαϊκή πολιτική ρητορική -υπαγορευμένη από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία- βλέπει μόνο την Ουκρανία. Αλλά δεν βλέπει την 50χρονη κατοχή της Κύπρου από μια επιθετική, αναθεωρητική και ισχυρή περιφερειακή δύναμη. Δεν βλέπει, για παράδειγμα, τη δράση του Ισραήλ, τη γενοκτονία των Παλαιστινίων και την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Η ίδια ευρω-ατλαντική πολιτική έχει αναβαθμίσει το ΝΑΤΟ ενώ έχει υποβαθμίσει τον ΟΗΕ σε χαρτοβασίλειο ψηφισμάτων που δεν τα σέβεται κανείς.
Και πού καταλήγουμε; Ξανά στο μαλακό υπογάστριο· στην ουσία της υπόθεσης, ήτοι, στα συγγνωστά κουσούρια της εθνικής πολιτικής. Δεδομένης της συμμετοχής μας στο λεγόμενο «δυτικό» σύστημα του κόσμου, δεδομένων επίσης των δομικών αδυναμιών της Ε.Ε. να δώσει απαντήσεις ή να πάρει θέση σε μεγάλα ζητήματα, καταλήγουμε στο σύστημα δίχως οδικό χάρτη.
Ενα μεγάλο μέρος των μακροκοινωνικών και μακροοικονομικών θεμάτων είναι αποκλειστικά δικό μας. Η λύση τους είναι καθαρά εσωτερική, δική μας υπόθεση. Σε αυτή τη βάση, ανοίγεται ο ασφαλέστερος δρόμος -ενδεχομένως ο μονόδρομος- συνθέσεων για την καλή κοινωνία, το περιβάλλον, τη δημοκρατία, τη δίκαιη κατανομή του προϊόντος κ.λπ.
Ακολουθούμε αυτόν τον δρόμο; Τον ανιχνεύουμε; Και πάλι, όχι. Στα περισσότερα ζητήματα οι πολίτες είναι απομονωμένοι και αποξενωμένοι. Ας το δούμε με ερωτήματα. Τι γίνεται με τους ιδιοκτήτες της χώρας; Με τα ολιγοπωλιακά καρτέλ; Αντέχουμε εκλογικούς κύκλους; Τι γίνεται με την εκπαίδευση-σχολείο που θα θέλαμε να έχουμε; Με τους σιδηροδρόμους; Θέλουμε αμετάβλητη τη σχέση Εκκλησίας-Κράτους; Υπάρχει διαγενεακή κινητικότητα; Αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα της υγείας του πληθυσμού; Εχουμε ένα βιώσιμο και δίκαιο ασφαλιστικό σύστημα; Τι γίνεται με τις στρεβλώσεις της οικονομίας; Είναι αντιστρέψιμη η τάση εγκατάλειψης της χώρας από τους πιο ταλαντούχους; Τι γίνεται με το δημογραφικό; Εχουμε αξιοκρατίες; Αντέχουμε ομάδες συμφερόντων, κομματικές μαφίες, θεσμικές και συνταγματικές εκτροπές, διαμάχες και κανιβαλισμούς; Οι εγωισμοί και οι αγκυλώσεις, η άγνοια και η ανοησία δεν αφήνουν χαραμάδα αισιοδοξίας, εκσυγχρονισμού και σύγκλισης απόψεων και θέσεων για τα σημαντικά.
Το ότι είμαστε η χώρα που δεν θέλουμε και ο λαός που γκρινιάζει, το δείχνει ο καθρέφτης μας. Κάτι δεν πάει καλά. Η απουσία εθνικών στόχων και μέσων επίτευξης στόχων για όλα τα παραπάνω, λόγου χάριν, για το οικονομικό μοντέλο (κράτος, αγορά ή κάτι ανάμεσα), για το δημογραφικό (μετανάστες ή γηγενείς, ενσωμάτωση ή αποκλεισμός, με ποια κριτήρια;), για τη Δικαιοσύνη, για τη διοίκηση, για το δημόσιο χρήμα, για την πολιτισμική κληρονομιά κ.λπ. κ.λπ., οδηγεί σε χρόνιες ματαιώσεις και μαρασμό. Επιπλέον, η απουσία οδικού χάρτη εμπεδώνει το «πάμε κι όπου βγει», τη θολούρα και την τροπικότητα της φυλαρχίας να παράγει υποτέλειες και εθελοδουλίες, να δίνει το χειρότερο και σπανίως το καλύτερο. Αντέχει την υστέρηση η χώρα; Αξίζει αυτή η εμπειρία για τους πολίτες; Ο Δείκτης Ικανοποίησης της Eurostat δείχνει τους Ελληνες να είναι από τους τελευταίους.
