Υπήρχαν πάντοτε τραπεζομάντιλα στο ελληνικό σπίτι. Σε ποικίλες μορφές: πλαστικά, μουσαμαδένια, βαμβακερά ή και βελούδινα, χρυσοκέντητα, μηχανής ή κεντημένα στο χέρι. Δίχως απαραίτητα να δείχνουν κοινωνικές διαβαθμίσεις των χρηστών, τα τραπεζομάντιλα κόλλαγαν στα στοιχεία της καλής ζωής, της κοσμιότητας των τρόπων και των κοινωνικών έξεων. Εδειχναν μέριμνα. Θεωρούνταν αναγκαίο συμπλήρωμα, η βάση πάνω στην οποία θα απλώνονταν τα αγαθά της καθημερινότητας και τα πλουσιότερα των εορτών. Μέχρι τη δεκαετία του 1980 τα τραπεζομάντιλα βρίσκονταν στα προικοσύμφωνα -«ένα λευκό φαρδύ για τις γιορτάδες με 24 κεντητά πετσετάκια και δύο χρωματιστά για τις καθημερινές…»- χωρίς όμως να εγγυώνται την επιτυχία του γάμου.
Πέραν της καχυποψίας ότι μιλάμε για παλιομοδίτικη κατάσταση του φαίνεσθαι και των συνηθειών, τα πράγματα είναι κάπως αλλιώς. Η πολιτική, με την ευρεία νοηματοδότησή της, στρώνει τραπεζομάντιλα. Στην καλύτερη εκδοχή το να στρώνεις τραπεζομάντιλο με κάποια αφορμή είναι μια πολιτική που δεν παριστάνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Στη χειρότερη εκδοχή είναι μια πολιτική που -ενώ δεν κρύβεται- παριστάνει κάτι άλλο. Για να το πούμε αλλιώς, με αφορμή τα 50 χρόνια της δημοκρατίας μας πολλά τραπεζομάντιλα στρώθηκαν καλώς, ενώ πολλά άλλα στρώθηκαν -επιτρέψτε μου- πάνω σε σκατούλες. Πολλά τραπεζομάντιλα υποκρίθηκαν ότι είναι ουδέτερα ως προς αρκετά δύσκολες και αρκούντως ιδεολογικοποιημένες εγχώριες, περιφερειακές, ευρωπαϊκές και παγκόσμιες πίστες όξυνσης των ανισοτήτων που δεν προοικονόμησαν κανένα κλίμα αγαθών ή ελπίδας. Με το πρόσχημα της σταθερότητας και των συμφερόντων η ιδιοτελής πολιτική άντεξε και θα αντέχει ως κυλιόμενη δημοσκοπική αποτύπωση ανά τακτά διαστήματα, χωρίς να εγγυάται τίποτα εφόσον απουσιάζει μια ξεκάθαρη κατανομή των οφελών της πολιτικής σταθερότητας και των αγαθών της δημοκρατίας.
Οι λοιπές επιδόσεις είναι ωραιοποιήσεις ακαλαισθησίας, πολιτικής ψευδολογίας και στρεβλώσεων με αρκετές προβλέψεις να βαίνουν ακαθόριστες. Λόγου χάρη από το αν θα ολοκληρώσει την τετραετία η κυβέρνηση Μητσοτάκη μέχρι τις προβλέψεις για την ανάκαμψη ή τη συνεργασία του προοδευτικού χώρου. Ανεξαρτήτως του τραπεζομάντιλου, το καθημερινό τραπέζι είναι στρωμένο με ληγμένα. Ιδιοτελείς στοχεύσεις, ακροδεξιοί αυτοθαυμασμοί και απολιτίκ νεοαριστεία διά «πάσαν νόσον και αμάρτημα» μετά τουρισμού, καζίνου, έλευσης του Τραμπ και υπεροχής του Ερντογάν και… ενδυματολογικών εμπνεύσεων στο προεδρικό τραπέζι. Υστερα από δέκα χρόνια κρίσης χρέους (πόσο μας έχει εγκαταλείψει;) και της εμπειρίας της πανδημίας (που έφερε ξανά στη δημόσια ατζέντα τον ρόλο του κράτους ευημερίας), η κυβέρνηση απορεί, αλλά στρώνει τραπεζομάντιλα που βάζουν σε δοκιμασία τις νοητικές αντοχές του μέσου κατοίκου της χώρας.
Κλέβει το κυρίως πιάτο. Οχι μόνο δεν σέβεται τα δημόσια αγαθά, το περιβάλλον και τον πολιτισμό, μάλλον δείχνει να τα σιχαίνεται. Ενθαρρύνει απλά την άνευ όρων ιδιωτικοποίηση των πάντων: του δημόσιου χώρου, των πόρων και υπηρεσιών στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας, της ενέργειας, των μεταφορών, του περιβάλλοντος, των υποδομών και του νερού. Προωθεί την digital πλευρά της ζωής και virtual κοινότητες. Εχει αποκλείσει τους νέους από την αξίωση μιας σύγχρονης ζώσας εκπαίδευσης και ενός μέλλοντος που θα είναι καλύτερο από αυτό της απερχόμενης γενιάς. Με αυτόν τον τρόπο υπονομεύει τις μακροπρόθεσμες δυνατότητες του συνόλου και της ελληνικής οικονομίας. Κι αυτά γίνονται με ένταση δημοκρατικού ελλείμματος, αύξηση του αυταρχισμού, έκπτωση της διαφάνειας, άνοδο της διαφθοράς, απουσία στόχων και διαλόγου. Η έκθεση της Κομισιόν για την Ελλάδα τα λέει. Οι κληρονόμοι του συστήματος, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν πολλά, δεν κάνουν και πολλά με αβάσταχτη ελαφρότητα. Εάν έκαναν, θα έχαναν τα προνόμιά τους.
Τραπεζομάντιλα στρώνονται και από την πλευρά της αντιπολίτευσης. Εδώ απουσιάζει η εναλλακτική πρόταση για το σύστημα. Πιθανότατα να μιλάμε για αποχρώσεις που δεν αλλάζουν την ουσία. Ετσι οι συζητήσεις για «μέτωπα» και προοδευτικές συμμαχίες φαντάζουν λιγάκι ανυπόληπτες στα κοινωνικά υποκείμενα. Η Αριστερά δεν έβαλε τέλος στις ενδοκομματικές εχθροπάθειες και στα εσωτερικά σουσουδίσματα. Το άνοιγμα στην κοινωνία δεν έγινε. Εάν είχε γίνει, θα έσπαγε την κομματική επετηρίδα και τα απαράτ. Επιπλέον παρά την κυβερνητική εμπειρία -ή μάλλον εξαιτίας της- αρκετοί διαπίστωσαν ότι αυτό που θεωρούνταν «ο εχθρός μας» ή το «σύστημα που πρέπει να ανατραπεί», δεν ήταν άλλο παρά «ο χορηγός μας» και ο αφέντης που πρέπει να υπηρετηθεί.
Τα πολλά τραπεζομάντιλα «κλειδώνουν» τα κουσούρια της χώρας στα ντουλάπια και τα «μαύρα κουτιά». Κοντολογίς, ο κόσμος ξέρει ποια είναι τα προβλήματά του. Θέλει αλλαγή εικόνας και πολιτικού παραδείγματος. Δεν θέλει μαθήματα ιεράρχησης των δεινών που μαστίζουν την ανθρωπότητα. Θέλει «δημοκρατία». Θέλει και απασχόληση. Θέλει τα τραπεζομάντιλα γιατί θέλει να τρώει, να στέλνει το παιδί του στο σχολείο, να πληρώνει και φόρους και τη ΔΕΗ. Και αυτά δεν αντιμετωπίζονται με πασαρέλες και μαλλιοτράβηγμα αυτάρεσκων σερβιτόρων.
