ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ας ξεκινήσουμε με το θέμα της περασμένης εβδομάδας στις ΗΠΑ. Η απόπειρα δολοφονίας του Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε σοκ στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου έχει και τον μεγαλύτερο κατάλογο πολιτικών δολοφονιών και προσπαθειών για δολοφονία προέδρων και υποψήφιων προέδρων. Πέρα από τις αναλύσεις -πολλές από τις οποίες έχουν κάποια ορθή βάση αλλά απέχουν πολύ από το να είναι οι μόνες σωστές- υπάρχει ένα γεγονός που από μόνο του είναι βαθιά προβληματικό και αποκρουστικό. Η βία. Και μάλιστα, η βία που εκδηλώνεται στην καρδιά μιας -κατά τα άλλα- απολύτως δημοκρατικής διαδικασίας: της αντιπαράθεσης εν όψει εκλογών για την ανάδειξη προέδρου.

Ανεξάρτητα από τα μύρια τρωτά της πολιτικής MAGA (ΜakeAmericaGreatAgain – Να ξανακάνουμε μεγάλη την Αμερική), η οποία παραμένει μάλλον σύνθημα του Τραμπ και λιγότερο πολιτική, ο δρόμος των Δημοκρατικών προς τη στέρεη ανάκαμψη πιθανότατα να σημαίνει τον αναπροσδιορισμό της «πολιτικής των ταυτοτήτων» αλλά και της έννοιας της «ιθαγένειας». Πάντως, η πολιτική του Τραμπ, που μεταχειρίζεται την υπερπαγκοσμιοποίηση σαν μια μονοθεματική κατάσταση εξισορρόπησης του ισοζυγίου πληρωμών των ΗΠΑ με δασμολογικούς περιορισμούς, εμπορικούς πολέμους, απομονωτισμό και ανατροπή της ευρωατλαντικής εταιρικής σχέσης, και η πολιτική Μπάιντεν που, ώς έναν μεγάλο βαθμό, ανακινεί την «πολιτική των γερακιών» σε ατελέσφορους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και πολέμους (π.χ. της Ουκρανίας και του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων), είναι ένα καμπανάτο σημάδι της μόλυνσης και της τοξικότητας του πολιτικού διαλόγου στις ΗΠΑ.

Το αν θα επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις που λένε ότι η σφαίρα που στόχευε τον Τραμπ βρήκε τους Δημοκρατικούς δεν μένει παρά να το δούμε στην πράξη. Και αυτό εξαρτάται, εν πολλοίς, και από τους ίδιους τους Δημοκρατικούς και, κυρίως, από την ετοιμότητα του Τζο Μπάιντεν να παραδεχτεί ότι βρίσκεται ενώπιον νοητικής και φυσικής απογοητευτικής κατάστασης, που θα επηρεάσει την έκβαση των αμερικανικών εκλογών. Για την ώρα, δεν διαφαίνεται κάτι που να κάνει λιγότερο απογοητευμένους τους πολίτες των ΗΠΑ.

Η άλλη εικόνα αφορά τη Γαλλία με το ίδιο περίπου συμπέρασμα. Ούτε οι Γάλλοι έχουν λόγους να είναι λιγότερο καταθλιπτικοί. Μπορεί μεν ο Μακρόν να εμφανιζόταν ως ηγέτης που έχει κάποιο όραμα για την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά οι Γάλλοι εδώ και μεγάλο διάστημα είχαν και έχουν την αίσθηση ότι τους παραμελεί, τους περιφρονεί και τους κοροϊδεύει. Στις πρόσφατες εκλογές ο Μακρόν έχασε μεγάλο ποσοστό της πολιτικής του δύναμης και αυτό αποδυναμώνει τον ρόλο της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Μπορεί μεν να μπήκε ένα μεγάλο «στοπ» στην Ακροδεξιά της Λεπέν, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι οι νικητές θα σχεδιάσουν μια βιώσιμη πορεία διακυβέρνησης, ούτε ότι τα γαλλικά πολιτικά κόμματα θα βρεθούν σε φάση πολιτικής ενηλικίωσης. Μεταξύ όλων των άλλων, ο Μακρόν έδειξε ότι αποτελεί μια μοναχική τραγική φιγούρα που έφερε χάος στη χώρα του με την παρέλαση της 14ης Ιουλίου. Η εθνική επέτειος για την άλωση της Βαστίλης στις 14 Ιουλίου 1789, η οποία συμβολίζει το τέλος της απόλυτης μοναρχίας και την ένωση του γαλλικού έθνους, μετατράπηκε φέτος σε επικύρωση πολιτικής αποτυχίας. Ο Εμανουέλ Μακρόν γιόρτασε μόνος του την εθνική επέτειο της Γαλλίας, παρέλασε σε άδειους δρόμους, χωρίς τους Γάλλους, υπό τον φόβο αποδοκιμασιών (όποιος ήθελε να παραστεί στην παρέλαση έπρεπε να εγγραφεί σε λίστα για έλεγχο).

Πόσο απομονωμένοι μπορεί να είναι οι ηγέτες από την πραγματική ζωή; Είναι ένα θέμα που απασχολεί τον κόσμο. Η Αμερική του Τραμπ ή του Μπάιντεν δεν είναι μόνον οι Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε η Γαλλία του Μακρόν είναι η μόνη κινητήρια δύναμη της Ευρώπης ή το εργαστήρι που θα δώσει τον ρυθμό στις άλλες χώρες. Το ότι η πολιτική ασκείται με προϊδεάσεις «ανωτερότητας» και προπαγάνδας δεν είναι κάτι καινούργιο. Το γεγονός ότι ξαναμπαίνουν στη διαδικασία τα πράγματα που νομίζαμε ότι τα έχουμε αφήσει πίσω μας είναι το ανησυχητικό: η βία, η εξαπάτηση, η ψευδολογία και η συλλογική κακοποίηση.

Οι πολίτες των ΗΠΑ αλλά και του Μεξικού, οι Γάλλοι αλλά και οι Ελληνες θα ήθελαν να βρίσκονται σε έναν κόσμο ειρηνικό και δίκαιο. Ομως, οι ιδέες του μεγαλείου της μιας ή της άλλης χώρας δεν κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση με τις κοινωνικές ανάγκες. Και αυτές τις ιδέες τις εξαπολύουν οι άνθρωποι που κρατούν τα τιμόνια των χωρών τους (ή που διεκδικούν αυτά τα τιμόνια) και οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με τις προσδοκίες των λαών τους. Δείτε, λ.χ., την εικόνα στην Ελλάδα. Πώς η χώρα με το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πληρώνει τα ακριβότερα τιμολόγια; Πώς ξημερώνουν οι πολίτες και δεν ξέρουν τι τους βρίσκει; Ποιον ευνοεί αυτή η κατάσταση;