Δεν είναι η πρώτη φορά που τα χειρότερα πράγματα γίνονται χάριν ενός καλού -υποτίθεται- σκοπού. Και το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο: αποτυχία και περαιτέρω φτωχοποίηση για την επόμενη δεκαετία. Και, δυστυχώς, όχι με την έννοια ότι η λιτότητα στα κοινωνικά και δημόσια αγαθά θα οδηγήσει στην εμπέδωση κάποιας δημοσιονομικής αρετής και στην παγίωση μονοπατιών βιώσιμης μακροπρόθεσμης μεγέθυνσης, αλλά με την έννοια ότι αυτές οι θυσίες θα έχουν τη μορφή μη αντισταθμιζόμενων απωλειών και ενός μη ανακτήσιμου κόστους που θα πρέπει να το ξεχάσουμε για να πάμε παρακάτω. Και αυτό το παρακάτω που θα παραδώσουμε θα είναι κάπως χειρότερο από αυτό που παραλάβαμε.
Ας δούμε το γιατί. Ενώ η λεγόμενη νεοκλασική οικονομική σύνθεση είναι ξεκάθαρη σε μερικά πράγματα και, κυρίως, στο ότι για ορισμένες κατηγορίες αγαθών -όπως η προστασία της δημόσιας υγείας, της παιδείας ή και του περιβάλλοντος ή των δημοσίων μεταφορών- η αγορά δεν οδηγεί στη μεγιστοποίηση του οφέλους, αλλά λειτουργεί με ατέλειες, δημιουργεί προβλήματα, αδικίες και στρεβλώσεις, ορισμένοι με νοητικά σφάλματα σύνθεσης επιμένουν να αντιμετωπίζουν τα μακροικονομικά στοιχεία της οικονομικής δραστηριότητας ωσάν να είναι μικροοικονομικά φαινόμενα μιας αγοράς.
Ετσι, για όλα υπάρχει μια και μόνη μαγική απάντηση: προσφορά και ζήτηση. Για την αγορά εργασίας, για την αγορά υγείας, για την αγορά περιβάλλοντος, για την αγορά ενέργειας, για την αγορά πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, για την αγορά της ενημέρωσης, για την αγορά πολιτισμού, για την αγορά στέγης, για την αγορά φαρμάκων, για την αγορά σχόλης και αναψυχής κ.ο.κ. Ετσι, αυτός που επιλέγει να μην κάνει διακοπές, απολαμβάνει τα οφέλη της επιλογής του, και αυτός που αρνείται να εργαστεί στην εστίαση και τον τουρισμό με συνθήκες κάτεργου και τον μισθό της αγοράς, απολαμβάνει τα οφέλη της τεμπελιάς του. Κι αυτός που κλείνει μια εφημερίδα, εξοικονομεί το χαρτί και το μελάνι.
Και επειδή τα περισσότερα καταλήγουν σε απανωτές και κραυγαλέες αποτυχίες που δεν κρύβονται -αφού απεικονίζονται σε δείκτες που αποκαλύπτουν μια χώρα από τις τελευταίες των τελευταίων- αρχίζουν τα ανέκδοτα του τύπου «δεν μειώνουμε τον ΦΠΑ γιατί θα ευνοήσουμε τους πλούσιους». Ηδη το τελευταίο ανέκδοτο είναι το «Ελληνας τουρίστας στην Αλβανία». Αλλά, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι το νεοφιλελεύθερο σκεπτικό κατακεραύνωνε τον Κέινς ότι «άφησε ξαμολημένους τους πολιτικούς» δίνοντάς τους τα εργαλεία να κυβερνούν με φαραωνικές δαπάνες, με δάνεια και εκτύπωση χρήματος, και πάλι δεν κρύβεται η κατάσταση της ευνοιοκρατίας και σπατάλης της κυβέρνησης ως βασικής πηγής αστάθειας και μείωσης της κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας. Δεν κρύβεται η κατάληψη και καταδολίευση του δημοσίου χώρου. Κατά συνέπεια δεν είναι παράξενο ότι πήγε στις τελευταίες θέσεις του πολιτικού box office το σαγηνευτικό άσμα «41%».
Για να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους, όλοι, τόσο οι πολιτικοί όσο και οι πολίτες, θα ήθελαν να ζουν με υπερβάσεις των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Αλλά εδώ φαίνεται να επικυρώνεται ένας αρκετά ελληνότροπος κανόνας. Εάν σε ατομικό επίπεδο οι πολίτες ξεπεράσουν τις δυνατότητές τους, τότε αυτονόητα ή εύλογα θα χρεοκοπήσουν. Ομως, εάν οι πολιτικοί ξεπεράσουν τα όρια των συλλογικών δυνατοτήτων και παραβιάσουν κανόνες ή τις κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες, τότε εύλογα θα επιβραβευτούν.
Βλέπετε, οι πολιτικοί έχουν έναν μαγικό ζωμό που υπερβαίνει τα «Το έκανα για την κακομοίρα τη μάνα μου» ή τα «Τη σκότωσα γιατί την αγαπούσα». Κάθε επιλογή γίνεται «εν ονόματι» κάποιου άλλου, ακόμα κι όταν χειροτερεύει η θέση του νοητού άλλου «εν ονόματι» του οποίου διαπράχθηκε η λαθροχειρία και ολοκληρώθηκε η αποτυχία.
Ο κατάλογος των «εν ονόματι» είναι μακρύς από αυτούς που έχουν το «λύειν και το δεσμείν». Εν ονόματι του «λαού», εν ονόματι του «εθνικού συμφέροντος», εν ονόματι της «εθνικής ασφάλειας», εν ονόματι «της σταθερότητας», εν ονόματι «της ανάπτυξης» κ.ο.κ. Και η κοινωνία μπορεί μεν να σχηματίζει ισχυρές προσδοκίες μελλοντικής επιτυχίας μέσα από αυτό το δόγμα, αλλά οδηγείται σε εξίσου αναποτελεσματικές παραδοχές αποτυχίας οι οποίες εκλαμβάνονται ως κανονικότητα, αφού είναι «εν ονόματι» κάποιας ψευδούς διόγκωσης ατομικών και συλλογικών πεπρωμένων και, το χειρότερο, σωτηριολογικών απαντήσεων στα πραγματικά προβλήματα – πάντα «εν ονόματι».
Κάπως έτσι, το «εν ονόματι» μετατρέπεται σε αθωότητα του επαναστατημένου: «Ο άνθρωπος τελικά δεν είναι εντελώς ένοχος, δεν άρχισε αυτός την ιστορία, ούτε και εντελώς αθώος, αφού τη συνεχίζει» (Καμί). Οπως μετά λύπης συμπέραινε ο Παπαδιαμάντης στο τέλος του 19ου αιώνα, «μεταξύ αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ’ επιδεξιώτερον τον κόθορνον». Και το διά ταύτα -γιατί περί αυτού πρόκειται στον 21ο αιώνα- θα είναι περίπου όπως το περιέγραψε ο Κωστής Παλαμάς στο «Η ασάλευτη ζωή»: «Το σήμερα είτανε νωρίς, τ’ αύριο αργά θα είναι, / δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο…».
