Η αντίληψη για την ιστορία έχει δύο κυρίαρχες μορφές συνδεδεμένες μεταξύ τους. Πρώτα, ολόκληρη η ιστορία μάς αφορά άμεσα και μπορεί να έχει επάνω μας μια σημαντική και ευεργετική επιρροή. Για παράδειγμα, η ιστορία της επιστήμης, της τέχνης και της φιλοσοφίας πρέπει να ερμηνευτεί όχι ως μουσείο τρόμου, αλλά ως συναντήσεις και λεπτομερείς και συναρπαστικές συζητήσεις με πρόσωπα μεγάλου κύρους, όπου στο εργαστήρι τους διδάσκονται κινήσεις και απελευθερωτικές ιδέες.
Κατά δεύτερο λόγο, το νόημα της ιστορίας δεν μπορεί να μελετηθεί εξονυχιστικά, γιατί η ιστορία δεν υπάρχει. Αντίθετα, υπάρχουν οι ιστορίες, τα αναρίθμητα αντίθετα και ημιτελή προγράμματα που αντιμετωπίζονται στη χρονική διάσταση, επιδιώκοντας να ξαναδιατυπωθούν, πέρα από τη λήξη που τους δίνουν τα εγχειρίδια, το πανδαιμόνιο φωνών που τείνουν σε μια σταθερή προσπάθεια αναδιάρθρωσης, βυθισμένες από την οχλοβοή των άλλων αλλά πάντα έτοιμες να αναδυθούν στον ορίζοντα της συνείδησής μας.
Τι «πραγματικά» συνέβη σε μια συγκεκριμένη χρονιά ή μια συγκεκριμένη περίοδο είναι ένα πρόβλημα που παραμένει πάντα άλυτο, ενώ για εκείνη τη χρονιά και εκείνη την περίοδο διαφορετικοί ερμηνευτές προβάλλουν τα ενδιαφέροντα και τις επιθυμίες τους αποκαλύπτοντας όλη τη δυναμική πολυπλοκότητα του παρελθόντος.
Είναι προφανές ότι ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία δεν υπάρχει αντιπαλότητα αλλά συνέχεια. Και η λογοτεχνία είναι φτιαγμένη από ιστορίες και αυτές οι ιστορίες έχουν μια αξία μόνο στον βαθμό που διεκδικούν μια δική τους πραγματικότητα. Η μεγάλη υπεροχή της ιστορίας γεννιέται από έναν μεγαλύτερο πλούτο πρωταγωνιστών και πλοκής. Ομως αυτός ο πλούτος δεν θα δώσει καρπούς, δεν θα προσφέρει σε ένα σύνθετο και παθιασμένο παιχνίδι, δηλαδή, σε τελική ανάλυση δεν θα αποτελέσει ένα μεγαλύτερο βάθος αν, με το πρόσχημα να παρουσιάζει ωμά τα γεγονότα, θα αρνηθεί να εξελιχθεί κατά τρόπο εκπαιδευτικό, δηλαδή να μεταφράσει τα γεγονότα σε παραδείγματα. Δεν υπάρχει αυθεντική ιστορία που δεν είναι και ηθική ιστορία.
