Μαζί με την ψηφιοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση συνιστά μια παγκόσμια «μεγα-τάση» στον αιώνα που διανύουμε, η οποία θα δοκιμάσει την ανθεκτικότητα οικονομιών, κοινωνιών και δημοκρατιών. Από τους πολλούς, θα ξεχωρίσουμε δύο λόγους δυσκολιών.
Πρώτον, η λεγόμενη πράσινη μετάβαση πρέπει να γίνει με κατοχύρωση της προστασίας ευάλωτων και ειδικών ομάδων του πληθυσμού, με δικαιοσύνη ως προς την κατανομή των βαρών και των ωφελημάτων της μετάβασης και, βέβαια, με συμμετοχή και διαβούλευση σε διαφορετικά επίπεδα λήψης αποφάσεων και εφαρμοστέας πολιτικής. Δεύτερον, η ψηφιοποίηση πρέπει να συντελεστεί με όρους σύγκλισης και όχι απόκλισης στην πρόσβαση των ατόμων στα ψηφιακά αγαθά και στην απόκτηση ψηφιακών δεξιοτήτων έτσι ώστε να γεφυρωθούν τα υπαρκτά ψηφιακά χάσματα.
Τίθεται έτσι μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της διπλής μετάβασης (double ή twin transition). Κι αυτό γιατί οι στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο παράγουμε και καταναλώνουμε αγαθά και υπηρεσίες. Η αλλαγή αυτή απαιτεί νέες τεχνολογίες και διαδικασίες που είναι πιο αποδοτικές και λιγότερο απαιτητικές σε πόρους. Για παράδειγμα, με την αυτοματοποίηση διαδικασιών που καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια, την υιοθέτηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη χρήση δεδομένων και αναλύσεων για τη βελτίωση της αποδοτικότητας των πόρων.
Η ψηφιακή τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να μας βοηθήσουν να παρακολουθούμε και να διαχειριζόμαστε τους φυσικούς πόρους πιο αποτελεσματικά, να βελτιστοποιούμε τις διαδικασίες παραγωγής και να μειώνουμε τα απόβλητα και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ωστόσο, καραδοκεί πάντα η ετερογονία των σκοπών: εάν οι ψηφιακές τεχνολογίες δεν καταστούν ενεργειακά αποδοτικότερες, η ευρεία χρήση τους θα αυξήσει την κατανάλωση ενέργειας και, με τη σειρά της, θα επιδεινώσει την ενεργειακή κρίση.
Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι μονοσήμαντο· η όλη διαδικασία δεν είναι γραμμική. Ομως, οι προκλήσεις είναι επείγουσες και δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις. Οι λύσεις πρέπει να στοιχειοθετηθούν κι αυτό προσπαθούμε να κάνουμε έξι φορείς (ΕΚΚΕ, ΠΑΔΑ, ΕΑΑ, ΕΛΚΕΘΕ, ΕΚ «ΑΘΗΝΑ», ΔιΠΑΕ) στο πλαίσιο του προγράμματος JustReDI που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης για την περίοδο 2023-2025. Κάτι που ωστόσο οφείλουμε να γνωρίζουμε είναι πως η κλιματική κρίση δυστυχώς θα επιδεινώνεται διότι η συγκράτηση της ανόδου της θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό Κελσίου δεν είναι πλέον εφικτή, με δεδομένη την αδυναμία της παγκόσμιας κοινότητας να υιοθετήσει έναν αποφασιστικότερο ρυθμό μετάβασης προς τον στόχο των μηδενικών καθαρών εκπομπών άνθρακα για το 2050.
Ναι μεν η Ε.Ε. βρίσκεται στην παγκόσμια πρωτοπορία της πράσινης μετάβασης και αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, πλην όμως αυτό δεν αρκεί όσο οι μεγάλοι παγκόσμιοι ρυπαντές δεν ακολουθούν (ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία, Γερμανία, Αυστραλία), κάτι που φαίνεται να συμβαίνει εξακολουθητικά στις διασκέψεις για το κλίμα (βλ. COP 28 – Δεκέμβριος 2023). Παράλληλα, η Ε.Ε. κινείται με βραδύτερους ρυθμούς συγκριτικά με τις ΗΠΑ και την Κίνα ως προς την εξέλιξη της ψηφιακής τεχνολογίας.
Εάν το νέο κλιματικό καθεστώς συνεχίσει απρόσκοπτα σε παγκόσμια κλίμακα, τότε η φέρουσα ικανότητα της Γης δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στον ορίζοντα του πλανητικού. Τούτων δοθέντων, είναι πρόδηλο πως ακόμα κι αν οι συνέργειες των πολιτικών της πράσινης μετάβασης και του ψηφιακού μετασχηματισμού συντελεστούν σε πλήρη αρμονία δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ορατό, βιώσιμο και μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα εάν δεν αποκτήσουν παγκόσμιο χαρακτήρα: σε τελευταία ανάλυση, διττή μετάβαση δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν είναι παγκόσμια. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει και εάν τα άτομα δεν απαγκιστρωθούν από τον υφιστάμενο υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής και δεν υιοθετήσουν μια περισσότερο φιλοπεριβαλλοντική συμπεριφορά. Δηλαδή, δεν μπορεί να συντελεστεί με τις αγκυλώσεις της τεχνο-οικονομικής «προόδου» με όρους ποσοτικής μεγέθυνσης.
Κατά την άποψή μου, λοιπόν, διττή μετάβαση με όρους περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, συμπερίληψης και ψηφιακής ωριμότητας μπορεί και πρέπει να αρχίσει να συντελείται ρεαλιστικά και σε βάθος χρόνου στη βάση μιας διπλής προϋπόθεσης: να είναι παγκόσμια και να στοχεύει στην «απο-μεγέθυνση», με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε δημογραφικό, παραγωγικό και πρωτίστως καταναλωτικό επίπεδο σε Βορρά και Νότο. Οπότε το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό.
Είναι πρωτίστως πολιτικό και πολιτισμικό καθώς αφορά σε δεσμευτικές αποφάσεις ενάντια στις προτεραιότητες των οικονομικών ελίτ, καθώς και σε ανακατεύθυνση των αξιακών προσανατολισμών έναντι της σχέσης ανθρώπου-φύσης, όπως και έναντι των ανθρώπινων σχέσεων τόσο στη «βάση» όσο και στο «εποικοδόμημα» των κοινωνιών.
*Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας στο ΕΚΠΑ, επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος JustReDI
