ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ένα δοκίμιο του 1957, ο A. Μαλρό υποστήριξε ότι «η μοντέρνα ζωγραφική ξεκινά με τους “Μαύρους Πίνακες”»—τις εικόνες θηριωδιών που ολοκλήρωσε ο Γκόγια στις αρχές του 19ου αιώνα. Αλλά κανείς πίνακας δεν έχει τη «μαύρη δύναμη» της «3ης Μάη του 1808». Ισως γιατί, και παρόλο που ο πίνακας ενόχλησε και αποθηκεύτηκε για χρόνια, στα 1814, όταν και παραδόθηκε, ήταν τόσο φρέσκια η σφαγή όσο ήταν το Ολοκαύτωμα το ’40, το Βιετνάμ το ’60, η Ουκρανία, και φυσικά η σφαγή της Γάζας σήμερα. Διαφορετικά κεφάλαια μιας αιώνιας ιστορίας.

Ο πίνακας, εμπνευσμένος από την εξέγερση της 2ας Μαΐου στη Μαδρίτη εναντίον του Ναπολέοντα που έληξε με μαζικές εκτελέσεις, κράτησε ζωντανή τη μνήμη της ισπανικής εξέγερσης, αλλά ο Γκόγια έκανε κάτι που κανείς δεν είχε τολμήσει ώς τότε. Στην πρώιμη βιομηχανική εποχή, όπως ο Τζάκσον Αρν έχει επισημάνει, ένας πολεμικός πίνακας ήταν ερωτευμένος με τη χορευτική ομορφιά της μάχης, εξυπηρετώντας τα χειριστικά αφηγήματα της εποχής μέσα από εικόνες που τότε δεν ήταν κινούμενες. Χρειάστηκε όλη η εφευρετικότητα του Γκόγια για να βάλει αίμα στις φλέβες των θυμάτων, επεκτείνοντας τις συμβάσεις της ακαδημαϊκής ζωγραφικής ώστε να αποκαλύψει πως η πραγματικότητα των θυμάτων δεν αφορούσε ένα εύπεπτο προϊόν στις αποστειρωμένες αριστοκρατικές αυλές και στα αποκαθαρμένα στρατιωτικά γραφεία.

Αν οι δήμιοι της 3ης Μαΐου είναι τρομακτικοί είναι επειδή ο Γκόγια τους κράτησε σκιές στο σκοτάδι, νύξεις του σκαιού «παιχνιδιού», ενώ αν τα θύματά του είναι αξέχαστα είναι επειδή τα βλέπουμε ολόφωτα. Οι ιστορικοί τέχνης έχουν ξοδέψει τόμους για τη «μαρτυρική φιγούρα» του πίνακα με τα άσπρα πουκάμισα και τα ορθάνοιχτα μάτια, αυτήν που ο Ρόμπερτ Χιουζ περιγράφει ως «μία από τις πιο ζωντανές ανθρώπινες παρουσίες σε όλη την τέχνη». Κι αν προσέξουμε οι πληγές στα χέρια του είναι μια ξεκάθαρη νύξη για τα στίγματα του Χριστού. Καθώς σηκώνει τα χέρια, με το φρύδι σφιγμένο από τον τρόμο, ο θάνατός του, ωμός κι ακατανόητος, μιλά για όλους τους άδικους θανάτους άοπλων που διατρέχουν την ιστορία. Με μια μακριά αλυσίδα κρατουμένων μόλις ορατή πάνω από τα κεφάλια των δημίων ώστε να μπορούν να είναι δικοί και ξένοι «χωρίς να ζωγραφίσει ερείπια» ανακαλεί φαντάσματα τόπων όπως κανείς άλλος πριν ή μετά.

Ο Γκόγια, εκείνον τον μακρινό Μάη, κι όμως σαν σήμερα, δρώντας σχεδόν δημοσιογραφικά κι όχι ως γραφείο Τύπου της αυλής που το παρήγγειλε, δείχνει με αυτόν τον εξοργιστικό θάνατο πως (όπως το έθεσε ο Hughes), «Δεν υπάρχει κανένα υψηλότερο σχέδιο, θρησκεία ή ιδέα: μόνο η τυραννία που αναπαράγεται μες στη νύχτα». Και η σφαγή συνεχίζεται…