O Ντράγκι πρόεδρος της Κομισιόν ή επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, είναι σύμφωνα με το Politico η ειλημμένη απόφασή του Μακρόν που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να την ανακοινώσει.
Προφανώς ο πρόεδρος της Γαλλίας ελπίζει εν όψει των ευρωεκλογών του Ιουνίου ότι το όνομα και μόνο του πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ, ο οποίος τον Ιούλιο του 2012 με τη μαγική φράση «θα κάνουμε ό,τι χρειασθεί» τερμάτισε τις κερδοσκοπικές επιθέσεις στην ευρωζώνη, θα συγκρατήσει σε κάποιο βαθμό την ήδη προεξοφληθείσα ευρωσκεπτικιστική πλημμυρίδα.
Αν ο Μακρόν υποστηρίξει τον Ντράγκι, θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με το Βερολίνο, που θέλει δεύτερη θητεία για τη Φον ντερ Λάιεν.
Η καταλυτική παρέμβαση Ντράγκι τον Ιούλιο του 2012 έγινε δυνατή για δύο λόγους:
● Πρώτον, όταν την άνοιξη του 2011 επελέγη ως επικεφαλής της ΕΚΤ είχε τη στήριξη και της Μέρκελ και του Σαρκοζί.
Η υποψηφιότητα Ντράγκι για την ΕΚΤ προέκυψε όταν την άνοιξη του 2012 απέσυρε την υποψηφιότητά του ο επικεφαλής της ΕΚΤ Βέμπερ, με το Βερολίνο να θεωρεί τον κεντρικό τραπεζίτη της Ιταλίας «Γερμανό που φορά ιταλικό κοστούμι».
● Δεύτερον, ο Ντράγκι κινήθηκε πάντα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του που τον προστάτευαν από πολιτικές παρεμβάσεις.
Μετά την προαναφερθείσα μαγική φράση του Ντράγκι, η Μέρκελ έσπευσε να δηλώσει ότι ο επικεφαλής της ΕΚΤ κινείται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.
Είναι φανερό ότι η καγκελάριος δεν μπορούσε να ταχθεί ανοιχτά υπέρ της ποσοτικής χαλάρωσης με δεδομένη την αρνητική στάση της κοινής γνώμης στη Γερμανία απέναντι στην αμοιβαιοποίηση του κινδύνου μέσω του κοινού δανεισμού και τη μεταφορά πόρων από τον πλεονασματικό Βορρά στον ελλειμματικό Νότο.
Η ανεξαρτησία του κεντρικού τραπεζίτη της ευρωζώνης κατά το μοντέλο της Μπούντεσμπανκ ήταν αδιαπραγμάτευτη απαίτηση της γερμανικής πλευράς.
Χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, ο Ντράγκι δεν θα μπορούσε να «σώσει» το ευρώ τον Ιούλιο του 2012.
Χωρίς συναίνεση Γαλλίας – Γερμανίας, οι όποιες δυνατότητες του επικεφαλής της Κομισιόν είναι οριοθετημένες.
Ο Ντελόρ στη δεκαετή θητεία του ως επικεφαλής της Κομισιόν στηρίχτηκε στη στρατηγική σύμπλευση Κολ – Μιτεράν.
