Ψ 550 Το έπαθλο που κέρδισα δεν θα το επιστρέψω κι όποιος τό θελήσει ας έλθει με εμένανε αυτός να πολεμήσει.».
Ο Αχιλλέας κατανόησε την πίκρα του φίλου του Αντίλοχου και του είπε χαμογελώντας:
«Εντάξει φίλε Αντίλοχε θα δώσω άλλο δώρο στον Εύμηλο που πάλεψε κι εκείνος να νικήσει. Το θώρακα που πήρα εγώ λάφυρο από μάχη και είναι δώρο υπέροχο αυτό θα του χαρίσω. Ανήκε στον περίφημο, τρανό Αστεροπαίο.».
Ο Αχιλλέας πρόσταξε τον Αυτομέδοντα να φέρει τον μπρούτζινο θώρακα και εκείνος τον παρέδωσε στον Εύμηλο που καταχάρηκε για το σπουδαίο αμυντικό όπλο.
Ο Μενέλαος χολωμένος από τον Αντίλοχο σηκώθηκε να μιλήσει. Ο κήρυκας του έδωσε το σκήπτρο και είπε:
«Σε ήξερα για φρόνιμο γενναίε Νεστορίδη. Μα δε σε λογαριάζω πια. Με νίκησες με δόλο και πονηρά τεχνάσματα που είχες στον αγώνα. Ορκίσου ω Αντίλοχε στον μέγα Ποσειδώνα πως όλα όσα έπραξες στην αρματοδρομία ήτανε όλα σύννομα και δίκαια πραγμένα.».
Ο συνετός Αντίλοχος απάντησέ και είπε: «Είσαι πολύ καλύτερος σε όλα από μένα γι αυτό μου είσαι σεβαστός Μενέλαε Ατρείδη. Είμαι πολύ νεώτερος εγώ από εσένα και ίσως η νεότητα με έσπρωξε να πράξω χωρίς να το πολυσκεφτώ, παράτυπα να δράσω. Γνωρίζεις πόσο εύκολα παρατυπούν οι νέοι.
Το έπαθλο που πήρα εγώ, την όμορφη φοράδα, αμέσως την παραχωρώ σε σένα ω Ατρείδη. Κι αν θέλεις κάτι από εμέ, ζήτα το θα το κάνω».
Και την φοράδα έδωσε ο νέος Νεστορίδης στο σεβαστό Μενέλαο το γιο του μέγα Ατρέα που χάρηκε πάρα πολύ και μίλησε και είπε:
Ψ` 600 Αντίλοχε με συγκίνησαν τα λόγια και η πρόταση σου για την προσφορά του επάθλου σου. Ήσουν πάντα σοβαρός και στοχαστικός. Τώρα σε συνεπήρε ο ενθουσιασμός του αγώνα που σου δίνει η νιότη σου. Εκτιμώ πολύ τον πατέρα σου και τον αδελφό σου, όπως και σένα, για την συμμετοχή σας σ` αυτόν τον πόλεμο. Με συγκίνησες πολύ γι` αυτό το έπαθλο, την πανέμορφη φοράδα, να την κρατήσεις. Με χόρτασε ο λόγος σου και η διάθεση σου. Είσαι πανάξιο παιδί του Νέστορα του θείου.».
Ο Μηριόνης που τερμάτισε τέταρτος πήρε δυο τάλαντα χρυσάφι.
Η φιάλη που είχε οριστεί από τον Αχιλλέα για το πέμπτο βραβείο προσφέρθηκε από τον Πηλείδη, στον βασιλιά Νέστορα για να θυμάται και να μνημονεύει τον Πάτροκλο.
Ο Νέστωρ συγκινημένος είπε στον Αχιλλέα:
«Όσα θελήσεις οι θεοί σε σένα να προσφέρουν.».
Ψ` 650 Ο Αχιλλέας πήγε τα βραβεία στο στίβο της βίαιης πυγμαχίας. Έδεσε στη μέση της πυγμαχικής αρένας έναν εξάχρονο αδούλευτο ημίονο για τον νικητή και μία διπλή κούπα για τον νικημένο. Μίλησε στους Αργείους:
«Ατρείδες, φίλοι Αχαιοί ας έλθουν δυό πυγμάχοι να αγωνιστούν για την τιμή της μνήμης του Πατρόκλου. Σε όποιον δώσει δύναμη ο Φοίβος ο Απόλλων αυτός θα είναι ο νικητής να πάρει το βραβείο τον δυνατό ημίονο που τόσο βοηθάει στις εργασίες των θνητών αγόγγυστα δουλεύει. Ο άλλος που θα νικηθεί θα πάρει μία κούπα που `ναι διπλή και στερεή και καλοδουλεμένη.».
Πρώτος δήλωσε με προθυμία συμμετοχή ο δυνατός άντρας και εξαίσιος πυγμάχος ο Επειός, γιος του Πανοπέα. Στάθηκε δίπλα στον ημίονο και ακουμπώντας το ζώο είπε: «Ας έλθει αυτός που θα χάσει από μένα. Στην πυγμαχία δε μπορεί κανείς να με κερδίσει. Μπορεί στον πόλεμο να μην είμαι τόσο καλός όσο άλλοι, αλλά δε γίνεται κάποιος να είναι άριστος σε όλα. Ας κοπιάσει λοιπόν αυτός που θα κερδίσει το δεύτερο έπαθλο, τη διπλή κούπα, αν τον αφήσω ζωντανό χτυπώντας τον με τις δυνατές γροθιές μου».
Όλοι έμειναν σιωπηλοί και κανείς δεν ήθελε να αντιπαρατεθεί στον Επειό Πανοπείδη εκτός από τον ισόθεο Ευρύαλο γιο του Τηλανίδη Μηκιστέος που ήταν παρών στην ταφή του Οιδίποδα στη Θήβα όπου νίκησε τους Καδμείους.
Δίπλα στον Ευρύαλο βοηθούσε με λόγια και σύνεργα της πυγμαχίας ο Διομήδης. Του έδωσε σκληρή σφιχτή ζώνη για τη μέση του και για τα χέρια λουριά καλοκομμένα από δέρμα ταύρου.
Οι αντίπαλοι στάθηκαν στη μέση της αρένας σηκώνοντας ψηλά τα χέρια. Άρχισαν οι τρομερές, δυνατές γροθιές με βρόντο. Τρίζανε τα δόντια τους και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από πάνω τους.
Ο Επειός όρμησε και κτύπησε δυνατά στο μάγουλο τον αντίπαλο. Το χτύπημα ήταν βαρύ, τα γόνατα του λύγισαν κι άρχισε να παραπατά μέχρι που έπεσε κάτω αναίσθητος. Ο Επειός τον έπιασε και τον σήκωσε. Οι φίλοι του έσπευσαν να τον πάρουν από την αρένα της πυγμαχίας. Περπατούσε με μεγάλη δυσκολία. Το κεφάλι του ήταν γερμένο και από το στόμα έτρεχε πηκτό αίμα. Οι σύντροφοι πήρανε το δίκουπο αγγείο.
Ψ` 700. Ο Αχιλλέας, μετά την πυγμαχία, άρχισε να οργανώνει τους αγώνες πάλης. Όρισε πρώτα τα έπαθλα. Ο νικητής θα έπαιρνε βραβείο μεγάλο τρίποδα για τη φωτιά φτιαγμένο. Οι Αχαιοί υπολόγισαν την αξία αυτού του τρίποδα ίση με δώδεκα βόδια. Επίσης για τον νικητή θα έδινε μια προκομμένη κόρη άξια σε όλες τις δουλειές. Ο νικημένος στον παλαιστικό αγώνα θα έπαιρνε μια άξια γυναίκα που άξιζε τέσσερα βόδια.
Όρθιος στη μέση είπε: « Να έλθουν όσοι θέλουνε ν` αγωνιστούν στην πάλη.».
Αμέσως δήλωσε παρών ο Αίας ο Τελαμώνιος από τη Σαλαμίνα και ακολούθως ο πανέξυπνος γενναίος Οδυσσέας. Ζωστήκανε κατάλληλα και μπήκαν στην αρένα.
Πήγαν στη μέση της παλαίστρας και πιάστηκαν στα χέρια αγκαλιαστά. Θύμιζαν τους αμείβοντες, τα ψαλίδια ψηλής στέγης που την στερεώνουν και την θωρακίζουν από ισχυρές ανεμοπιέσεις. Τα κορμιά τους έτριζαν και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από τα σώματα τους. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούσε να νικήσει. Φαινόταν ισοδύναμοι.
Ο Αίας σήκωσε τον Οδυσσέα αλλά εκείνος παρά τους κανονισμούς κτυπά τον αντίπαλο στο γόνατο. Ο Αίας έπεσε κάτω ανάσκελα, μαζί κι ο Οδυσσέας. Ο πολυμήχανος Λαερτιάδης προσπάθησε να σηκώσει με τη σειρά του τον Αίαντα αλλά τον μετακίνησε λίγο χωρίς να καταφέρει να τον σηκώσει. Πέσανε πάλι στο χώμα. Ο ιδρώτας έβρεξε το χώμα και τα σώματα τους καταλασπώθηκαν. Σηκώθηκαν κι ετοιμάστηκαν να πιαστούν πάλι στα χέρια.
Ο Αχιλλέας μίλησε κι είπε στους αντιπάλους:
« Κι οι δυο νικάτε σε αυτόν της πάλης τον αγώνα. Σας βλέπω ισοδύναμους και σταματήστε αμέσως. Ίδια κι οι δυό θα πάρετε της πάλης τα βραβεία.».
Ο Οδυσσέας και ο Αίας καθαρίστηκαν και φόρεσαν καθαρούς χιτώνες.
Ο Αχιλλέας όρισε βραβεία για αγώνες δρόμου και ταχύτητας.
Πρώτο βραβείο για τον νικητή πρόσφερε έναν ασημένιο κρατήρα που ταίρι στην ομορφιά δεν είχε ο κόσμος άλλον. Τα ανάγλυφα τα σκάλισαν γλύπτες απ` τη Σιδώνα. Το έφεραν στην Τρωάδα ναυτικοί Φοίνικες που τον έδωσαν στον Θόαντα. Ο Εύνηος ο γιος του Ιάσωνα για να γλυτώσει τη ζωή του Λυκάονα Πριαμίδη, τον έδωσε στον Πάτροκλο. Τώρα αυτός ο θαυμαστός ασημένιος κρατήρας που είχε αποκτήσει ο γενναίος Πάτροκλος δίδεται έπαθλο σε αγώνα δρόμου για τη μνήμη του.
Ψ` 750 Δεύτερο βραβείο ένα ολόπαχο βόδι και ως τρίτο βραβείο ορίστηκε μισό χρυσό τάλαντο.
Όρθιος ο Αχιλλέας είπε δυνατά: «Να προσέλθουν όλοι όσοι θέλουν να λάβουν μέρος στον αγώνα ταχύτητας».
Πρώτος – πρώτος δήλωσε συμμετοχή ο γοργοπόδαρος Αίας ο Οϊλείδης, μετά ο Οδυσσέας και αμέσως έπειτα ο Αντίλοχος Νεστορίδης που ήταν πρώτος στο δρόμο ανάμεσα σε συνομηλίκους του. Στάθηκαν στην αφετηρία και μετά την άφεση όρμησαν στο στίβο του δρόμου. Πρώτος ήταν ο Αίας αλλά πολύ κοντά του βρισκόταν ο Οδυσσέας. Ήταν τόσο κοντά όσο κοντά φέρνει στο στήθος της το χτένι του αργαλειού η κοπελιά που υφαίνει. Η ανάσα του Οδυσσέα ήταν αισθητή στο κεφάλι του Αίαντα Οϊλέίδη. Οι θεατές με φωνές στήριζαν τον πολυμήχανο Οδυσσέα. Εκείνος ικέτευσε την προστάτιδα του Αθηνά: « Αγαπημένη μου θεά και σεβαστή Παλλάδα δώσε στα πόδια μου αντοχή και δύναμη μεγάλη.».
Η θεά τον άκουσε, του έδωσε κουράγιο και έκανε το σώμα του βάρος πια να μην έχει. Έσπρωξε και τον Αίαντα σε κόπρο να πατήσει και γλίστρησε ο άτυχος και έπεσε στο χώμα.
Και τον ασημοπλούμιστο κρατήρα πήρε ο πρώτος που ήτανε ο Οδυσσεύς με της θεάς το χέρι. Το δεύτερο το έπαθλο το έδωσαν στον Αία που πιάνοντας τα κέρατα του ταύρου είπε τότε: «Τα πόδια μου μπερδεύτηκαν, μεγάλη συμφορά μου, μα ξέρω πως βοήθησε στην ήττα μου ετούτη η γλαυκομάτα η θεά η όμορφη Παλλάδα που σαν μητέρα στέκεται πάντα στον Οδυσσέα.».
Ο νεαρός Αντίλοχος Νεστορίδης πήρε το τρίτο βραβείο και χαμογελώντας είπε: «Οι θεοί βοηθούν τους μεγαλύτερους σε ηλικία αγωνιστές. Τον Αίαντα μόνο ο Αχιλλέας μπορεί να κερδίσει στο τρέξιμο.». Ο Αχιλλέας απάντησε στον Αντίλοχο: « Τα λόγια σου με επαινούν γενναίε Νεστορίδη κι ακόμα μισό τάλαντο χρυσάφι θα σου δώσω».
Ο Αχιλλέας έφερε τα όπλα που είχε πάρει ο Πάτροκλος από τον βασιλιά των Λυκίων Σαρπηδόνα όταν τον σκότωσε. Μακρύ κοντάρι, κράνος, ασπίδα..
Ψ` 800. Είπε δυνατά: Να έλθουν δυο δυνατοί πολεμιστές με όλα τους τα όπλα και να χτυπηθούν εδώ μπροστά μας. Όποιος του άλλου το κορμί τρυπήσει με τη λόγχη του πρώτος θα πάρει λάφυρο το σπαθί το θρακικό του Αστεροπαίου που πήρα σαν τον σκότωσα. Τα άρματα του Σαρπηδόνα θα τα πάρουν και οι δύο. Επίσης θα τους προσφέρω γεύμα στη σκηνή μου.».
Στον βίαιο αγώνα δήλωσαν συμμετοχή οι δυο τρανοί πολεμιστές: Ο Αίας ο Τελαμώνιος και ο Διομήδης ο γιος του Τυδέα. Πάνοπλοι όρμησαν στον στίβο μάχης, άγριοι, επιθετικοί διψώντας για τη νίκη. Επιτέθηκαν τρεις φορές ο ένας εναντίον του άλλου. Τρεις φορές έσμιξαν τα θωρακισμένα σώματα τους. Ο Αίας με τη λόγχη του δόρατος του τρύπησε την ασπίδα του Διομήδη αλλά σταμάτησε στον μεταλλικό θώρακα και δεν τον τραυμάτισε. Η τεράστια ασπίδα του Αίαντα τον προστάτευε και ο Τυδείδης αγωνιζόταν να τον κτυπήσει στον αυχένα πάνω από την ασπίδα. Οι θεατές φώναζαν να σταματήσει αυτός ο αγώνας και να μοιραστούν τα έπαθλα οι μονομάχοι. Ο Αχιλλέας σταμάτησε τον αγώνα και έδωσε το ξίφος και τη θήκη του Αστεροπαίου στον Τυδείδη.
Ο Αχιλλέας έδειξε το δίσκο του Ηετίωνα που πήρε λάφυρο όταν τον σκότωσε. Είπε στους Αχαιούς: « Ποιος θέλει να δοκιμαστεί εις τη δισκοβολία; Έχω του Ηετίωνα τον ξακουσμένο δίσκο. Ελάτε να τον ρίξετε να πάρετε τη νίκη. Το έπαθλο βαρύτιμο. Για πέντε χρόνια ακέρια θα έχει σίδερο βαρύ ο νικητής στο δίσκο.». Για τη δισκοβολία, με τον περίφημο δίσκο του Ηετίωνα, δήλωσαν συμμετοχή οι: Πολυποίτης, ο Λεοντεύς, ο Αίας ο Τελαμώνιος και ο Επειός που έριξε πρώτος. Η βολή του ήταν αδύναμη και οι θεατές γέλασαν με την επίδοση του. Ακολούθως έκανε τη βολή του ο Λεοντεύς, ο ατρόμητος γιος του θεού Άρη και έπειτα ο Αίας που πέρασε τους δύο προηγούμενους. Η βολή του Πολυποίτη ήταν καλύτερη από τις τρεις προηγούμενες. Οι σύντροφοι του Πολυποίτη μετάφεραν το έπαθλο στο καράβι του.
Ψ` 850. Ο Αχιλλέας πέρασε στην τοξοβολία. Όρισε έπαθλα πολύ χρήσιμα καλοδουλεμένα εργαλεία γης. Δέκα πελέκια δίστομα και δέκα ημιπελέκεις με δουλεμένο σίδερο και αντοχή μεγάλη. Έστησε ένα ψηλό κατάρτι γαλαζόπλωρου πλοίου στην άμμο. Έδεσε στο κατάρτι μια λεπτή κλωστή που στην άλλη άκρη της είχε δεμένο περιστέρι. Ο τοξότης που θα πετύχαινε το περιστέρι θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο: τις δέκα σιδερένιες δίστομες αξίνες (γκασμάδες) Ο δεύτερος θα πάρει τις δέκα μονές αξίνες.
Προσήλθαν οι πολεμιστές, δεινοί τοξοβόλοι: Ο Τεύκρος ο Σαλαμίνιος και ο Μηριόνης ο Κρητικός. Έκαναν κλήρωση, βάζοντας τους κλήρους μέσα σ` ένα κράνος και τράβηξαν να μάθουν ποιος θα στοχεύσει πρώτος. Ο Τεύκρος έριξε πρώτος αλλά δεν πέτυχε το περιστέρι γιατί δεν ικέτευσε τον πρώτο τοξότη, τον Φοίβο Απόλλωνα. Δεν έταξε θυσία στον θεό για να έχει την εύνοια του και αστόχησε. Το βέλος έκοψε την κλωστή και το περιστέρι πέταξε ψηλά και έφυγε.
Ο Μηριόνης πήρε το τόξο του Τεύκρου, έταξε θυσία στον Απόλλωνα και στόχευσε το πτηνό που έφευγε ψηλά. Το πέτυχε κάτω από το φτερό. Το βέλος διαπέρασε το σώμα του περιστεριού και πέφτοντας καρφώθηκε στο χώμα. Το περιστέρι λαβωμένο βαριά κάθισε στην κορφή του καταρτιού, έγειρε το λαιμό του και έπεσε νεκρό στην άμμο.
Ο Μηριόνης πήρε το πρώτο βραβείο ενώ ο Τεύκρος το δεύτερο.
Ο Αχιλλέας ήθελε να προσφέρει ακόμα δύο έπαθλα. Έδωσε ένα μακρύ κοντάρι στον Μηριόνη και τιμής ένεκεν, ένα λέβητα ολοπλούμιστο που άξιζε ένα βόδι προσέφερε στον αρχηγό Ατρείδη Αγαμέμνονα.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Αφιερωμένο εξαιρετικά στους: Ειρήνη, Κωνσταντίνο, Χαραλάμπη, Νικόλα.
