Χρειάζεται λιγότερος χρόνος για να κάνεις κάτι σωστά, απ’ ότι για να εξηγήσεις γιατί το έκανες λάθος
Xένρι Γουόντσγουρθ Λονγκφέλοου
Η αναδιάταξη δυνάμεων μετά από κάποια κατραπακιά -οποιασδήποτε μορφής- δεν είναι απλά (αναμενόμενο πέρα ως πέρα…) ευχολόγιο για την τόνωση του ηθικού, αλλά αδήριτη ανάγκη για την εξασφάλιση σταθερών στην μακροπρόθεσμη μελλοντική δραστηριοποίηση.
Γιατί, πάρα πολλά πράγματα ανά τους αιώνες όσον αφορά στα ανθρώπινα (και ειδικώς εκείνα που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση των κοινωνιών) λυγίζουν και «πέφτουν», αλλά εξαφανίζονται ολικά μονάχα εκείνα που δεν έχουν την παραμικρή αξία χρήσης (ή που έχουν υπερβεί κάθε όριο συλλογικής ανεκτικότητας…).
Στη δική μας περίπτωση, στο ζήτημα δηλαδή το οποίο θα απασχολήσει το σημερινό σημείωμα, δεν ισχύει καθόλου μα καθόλου η προοπτική της «παύσης».
Για έναν μοναδικό λόγο. Γιατί, η Νέα Δημοκρατία είναι απαραίτητη στο σύγχρονο πολιτικό σύστημα, αποτελεί βασικό πυλώνα επηρεασμού των καταστάσεων υπό την έννοια της διαρκούς διεκδίκησης του «προνομίου» της άσκησης εξουσίας (ακόμα και όταν δεν βρίσκεται στο «καλύτερο της φεγγάρι»…).
Γιατί, όμως, η Νέα Δημοκρατία είναι απαραίτητη διαχρονικά για το πολιτικό σύστημα της χώρας; Μα, επειδή ακόμα και σήμερα χαίρει της εκτίμησης και της στήριξης ενός παγιωμένου και σημαντικού αριθμού ανθρώπων. Τόσο απλά…
Παρότι συμμετείχε στην κυβέρνηση Παπαδήμου και παρότι αποτέλεσε το βασικό κορμό της μνημονιακής κυβέρνησης συνεργασίας (με το ΠΑΣΟΚ και σε πρώτο στάδιο και με τη ΔΗΜΑΡ) υπό τον Αντώνη Σαμαρά για τρία περίπου έτη, στα οποία ασκήθηκε σκληρή αντιλαϊκή πολιτική…
Παρά τις αρχικές εξαγγελίες του Φώτη Κουβέλη (όταν επισημοποιήθηκε ο «γάμος», αμέσως μετά τις εκλογές του Ιούνη του 2012) ή το βαρύ πολιτικό εκτόπισμα του Βαγγέλη Βενιζέλου, πιστεύει άραγε στο σήμερα κανείς πως δεν είχαμε να κάνουμε με μια ακόμα κυβέρνηση της ΝΔ, όπως για παράδειγμα την πενταετία 2004-2009;
Η κοινοβουλευτική στήριξη, τα λιγοστά προνόμια νομής κρατικής εξουσίας, και οι επιτηδευμένες διακηρύξεις όψιμου διαχωρισμού (για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και μόνον…) δεν αναιρούν το προφανές: πως κατά την πρώτη περίοδο δημιουργίας κυβερνήσεων συνεργασίας αυτές δεν μπόρεσαν επουδενί να αλλοιώσουν την πρωτοκαθεδρία εκείνου του κόμματος που έλαβε την πλειοψηφική έγκριση από το εκλογικό σώμα.
Κάτι που να μας επιτραπεί να θεωρούμε πως συμβαίνει και με το σημερινό κυβερνητικό σχήμα που απαρτίζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, έστω και επί τη βάση μιας κατοχυρωμένης από το προηγούμενο εφτάμηνο έντιμης σχέσης.
O θερμότατος και συμβολικός εναγκαλισμός Τσίπρα-Καμμένου το βράδυ της 20ης Σεπτέμβρη αποτελεί την πιο έμπρακτη απόδειξη της βαθύτητας ενός πρωτόγνωρου αριστερο-δεξιού πειράματος, που προς το παρόν φαίνεται πως μπορεί να τραβήξει περισσότερο από ότι αφήνει να αιωρείται η ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Για να επιστρέψουμε στη Νέα Δημοκρατία, μετά τις περσινές Ευρωεκλογές, τις αντίστοιχες Εθνικές του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου του 2015, αλλά και την παταγώδη αποτυχία για την ίδια -και τη γραμμή που έδωσε στο καλοκαιρινό δημοψήφισμα- φαίνεται πως βρήκε τον καινούριο «εφιάλτη» της: τον ΣΥΡΙΖΑ.
Που αποδείχτηκε πολύ πιο σκληρό καρύδι από αυτό που πίστευαν πολλοί στο κόμμα της νυν αξιωματικής αντιπολίτευσης τον καιρό που το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα βρισκόταν σε τροχιά διεκδίκησης της πρώτης θέσης.
Αυτές οι καταστάσεις θυμίζουν πολύ δικαιολογημένα στους παλιότερους εποχές που το ΠΑΣΟΚ αποτελούσε το κυρίαρχο ρεύμα στην ελληνική κοινωνία.
Εδώ να διευκρινίσουμε ότι παρόμοιες αναγωγές και συγκρίσεις δεν πρέπει να μας κάνουν ανίκανους να διαβλέπουμε τις διαφορές τόσο στις ευρύτερες πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες της κάθε εποχής, όσο και στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ με το «ανδρεοπαπανδρεϊκό» ΠΑΣΟΚ του 1981, του 1985, του 1993, το «σημιτικό» ΠΑΣΟΚ του 1996 και του 2000, καθώς και σε αυτό το βραχύβιο του Γιώργου Παπανδρέου που κατάφερε με το Καστελόριζο να μετατρέψει την εκλογική νίκη του φθινοπώρου του 2009 σε μια δυσάρεστη θύμηση -ακόμα και για τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του.
Το μόνο που παραμένει αδιατάρακτο, αδιαμφισβήτητο και -χωρίς πολλές περιστροφές- επώδυνο, είναι το είδος της νεύρωσης που προκαλεί στη ΝΔ η ύπαρξη ενός αντίπαλου δέους που την υποσκελίζει στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων για πάνω από μια -συγκυριακής αιτιολόγησης- φορά…
Δεν προβλέπουμε πως αυτή η νεύρωση θα καταστεί κάποια στιγμή ψύχωση. Η Νέα Δημοκρατία, και αφού δεν έπιασε το προεκλογικό της αφήγημα περί «κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού», εξαναγκαστικά κινείται εσωστρεφώς και μουδιασμένα.
Αυτοί που καλούνται σε λίγο καιρό να εκλέξουν το νέο αρχηγό θα το κάνουν λόγω του διακηρυγμένου στίγματος του κάθε υποψηφίου; Ψηφίζουν -με βάση κινήτρου- την ιδεολογική καταγωγή του κάθε υποψήφιου ή με προσωπικά χαρακτηριστικά, συμπάθειες, ακόμα και γνωριμίες;
Θα λειτουργήσει άραγε κάποιο μαζικής υφής ένστικτο στην τελική επιλογή του εκλεκτορικού σώματος;
Θα αποδειχθεί σε μέλλοντα χρόνο ορθή η απόφαση, έτσι ώστε να ανατραπεί σε λίγα χρόνια η σημερινή σχέση σημαντικού κομματιού του ελληνικού λαού με τον Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα του (που παρεμπιπτόντως σε λίγους μήνες θα επιχειρήσει το δικό του οριστικό αναβάπτισμα μέσα στην κολυμπήθρα της μεταφοράς από τη σφαίρα του «πολύγλωσσου» στη «γη της βεβαιότητας, του συγκεκριμένου, και του επιλυτικά απτού»);
Η Νέα Δημοκρατία ψάχνει τον αντί-Τσίπρα; Κάποιες λεπτομέρειες έχουν αρχικά μεγαλύτερη σημασία από την κεντρική ιδέα ενός αφηγήματος, γιατί αυτές το διαμορφώνουν ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του.
Ας τα αφήσουμε, όμως, αυτά. Αυτό που προέχει είναι η ανακάλυψη των συνθηκών που θα επικρατούν όταν πραγματικά θα ανοίξει ο δρόμος για την αλλαγή στην πρώτη θέση των εκλογικών προτιμήσεων, άρα για τη δημιουργία συσχετισμών ευνοϊκών για τη ΝΔ (όποια μορφή και αν έχει λάβει αυτή η ίδια, με τη σφραγίδα και τον κόπο της ηγετικής της ομάδας).
Που θα είναι συνισταμένη του βαθμού φθοράς του ΣΥΡΙΖΑ, των οικονομικών και πολιτικών αναγκών του τότε, και της εμβέλειας του προσώπου που θα ηγείται της ΝΔ.
Στο σήμερα, υπάρχει σημαντικό χάντικαπ που πρέπει να καλυφθεί από το βασικό πυλώνα της εγχώριας Κεντροδεξιάς.
Έχουμε μπει σε διαδικασία ΣΥΡΙΖαϊκής παντοδυναμίας που θα αντέξει στο χρόνο ή η ΝΔ κάνει στο τώρα τα πρώτα δειλά της βήματα για την αποτρεπτική ανακοπή αυτής της προοπτικής;
Τον Οκτώβρη του 2015 είναι αδύνατον να δώσει ο οποιοσδήποτε μια απάντηση χωρίς να έχει αμφιβολίες ακόμα και ο ίδιος…
Το μόνο σίγουρο είναι πως οι ίδιες οι γενικές συνθήκες, και οι ανάγκες που θα «τεκνοποιήσουν», θα αναζητούν τους μεταφορείς και προστάτες του «βρέφους» που θα προκύψει…
Για μια κεντρική ουσία, που ναι μεν θα έχουν διαμορφώσει οι λεπτομέρειες, αλλά τότε τις δεύτερες θα τις αναφέρουν δημοσίως μόνο οι δημοσιολόγοι για λόγους επαγγελματικών ή άλλων «βίτσιων»…
