Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι Τρώες μπήκαν στην πόλη και κλείστηκαν ασφαλείς εκεί να ξεδιψάσουν και να ξεκουραστούν. Η κακή Μοίρα του Έκτορα τον εμπόδισε να μπει μέσα και έμεινε έξω από τις Σκαιές πύλες, στο έλεος του μαινόμενου Αχιλλέα. Οι Έλληνες πλησίαζαν στα τείχη με κρεμασμένες τις βαριές ασπίδες τους στους ώμους.

Ο Απόλλων μίλησε στον Αχιλλέα:

«Πηλείδη μη με κυνηγάς με τόση γρηγοράδα. Σκέψου είμαι αθάνατος και συ θνητός ω άνδρα. Δε νιώθεις με ποιον τα ` βαλες ανόητε Αχιλλέα. Σε κυβερνάει ο θυμός κι αυτό κακό θα φέρει. Οι Τρώες ασφαλίστηκαν μέσα σ` αυτά τα τείχη και μάθε πως εσύ θεό δε δύνασαι να βλάψεις. Να με σκοτώσεις δε μπορείς. Θάνατος δε με πιάνει.».

Ο Αχιλλεύς απάντησε αμέσως και του είπε:

« Φοίβε πως είσαι αθάνατος βέβαια το γνωρίζω μα είσαι ο χειρότερος όλων των αθανάτων. Το τείχος το κολοσσικό εσύ κι ο Ποσειδώνας το χτίσατε και σώσατε όλους που είναι μέσα. Αν δεν υπήρχε το τειχιό θα είχαμε νικήσει. Δόξα λαμπρή μου έκλεψες και στήριξες τους Τρώες. Θα σε κτυπούσα άφοβα μα είσαι γιος του Δία και δε μπορώ σ` αθάνατο θάνατο εγώ να φέρω».

Ο Αχιλλέας με μεγάλη ταχύτητα κινήθηκε οδηγώντας τους Μυρμιδόνες στα τείχη. Ο βασιλιάς Πρίαμος τον είδε από τα τείχη και τον παρομοίωσε με αστέρι πάμφωτο που ξεχωρίζει με τη λάμψη του ανάμεσα σε άλλα φωτεινά αστέρια. Ίδιος ο Σείριος, ο πιστός κύων του Ωρίωνος στον νυκτερινό καλοκαιρινό ουρανό. Πάμφωτος μεν και με αστραφτερό γαλαζωπό φως αλλά και φορέας των ανυπόφορων «κυνικών καυμάτων».(1)

(1). Στις αρχές του καλοκαιριού μόλις νυκτώνει φεγγοβολά ο Σείριος στον Νότιο – Δυτικό ουρανό. Είναι ο λαμπρότερος απλανής αστέρας του έναστρου ουρανού. Τις μέρες αυτές οι ζέστες είναι αφόρητες. Είναι τα «κυνικά καύματα» που «φέρνει» στους ανθρώπους ο Σείριος. Όπως διαβάζουμε στον στίχο 31 της ραψωδίας Χ` της Ιλιάδος: καί τε φέρει πολλὸν πυρετὸν δειλοῖσι βροτοῖσιν·

Χ` 25 Τὸν δ’ ὃ γέρων Πρίαμος πρῶτος ἴδεν ὀφθαλμοῖσι
παμφαίνονθ’ ὥς τ’ ἀστέρ’ ἐπεσσύμενον πεδίοιο,
ὅς ῥά τ’ ὀπώρης εἶσιν, ἀρίζηλοι δέ οἱ αὐγαὶ
φαίνονται πολλοῖσι μετ’ ἀστράσι νυκτὸς ἀμολγῷ,
ὅν τε κύν’ Ὠρίωνος ἐπίκλησιν καλέουσι.
Χ 30λαμπρότατος μὲν ὅ γ’ ἐστί, κακὸν δέ τε σῆμα τέτυκται,
καί τε φέρει πολλὸν πυρετὸν δειλοῖσι βροτοῖσιν·

Ο Αχιλλέας καθώς έτρεχε προς τα τείχη άστραφταν τ` άρματα του. Στα μάτια του Πρίαμου ήταν ίδιος ο λαμπρότατος Σείριος που θα κάψει την Τροία με τα «κυνικά καύματα».

Ο Πρίαμος φώναξε στο γιο του Έκτορα που περίμενε έξω από τα τείχη να κτυπηθεί με τον επιτιθέμενο Αχιλλέα:

«Παιδί μου, γιε μου ακριβέ, φύγε και μπες στην πόλη. Μην καρτερείς τον θάνατο που φέρνει ο Πηλείδης. Είναι πολύ ανώτερος σε δύναμη από σένα. Μακάρι να τον ξέκαναν όλοι οι θεοί αντάμα και να γλυτώσουμε και μείς απ` την φρικτή τη Μοίρα. Μακάρι να κατέληγε τα όρνια να τον φάνε και τα σκυλιά τα άγρια τις σάρκες του να σκίσουν. Έτσι ο πόνος θα `παυε μέσα στα σωθικά μου που τόσους γιους μου δυνατούς αυτός έχει σκοτώσει και άλλους πούλησε πολλούς σε μακρινά παζάρια. Δε βλέπω τον Πολύδωρο, δε φάνηκε ο Λυκάων δυο παλικάρια δυνατά παιδιά της Λαοθόης που γέννησε σε μένανε τον άμοιρο τον άντρα.

Χ` 50. Αν είναι αιχμάλωτοι των Αχαιών έχω πολύ χρυσάφι και χαλκό, προίκα της Λαοθόης, να δώσω για τους δυο μου γιους και πίσω να τους πάρω. Μπορεί να είναι πια νεκροί από το μαύρο χέρι του Αχιλλέα του τρανού που γδικιωμό ζητάει.

Έκτορα γιε μου ακριβέ έλα μέσα στην πόλη. Μη δώσεις δόξα και τιμή στον άτρομο Πηλείδη με το δικό σου θάνατο γενναίο παλληκάρι. Λυπήσου με και σκέψου με, έλα μέσα στα τείχη. Αν σε σκοτώσει θα χαθεί κι πόλη μας μαζί σου και όλους θα μας σφάξουνε κι άλλους θα πάρουν σκλάβους. Τις κόρες μας θ` αρπάξουνε κι εμένα θα σκοτώσουν. Άλλο χειρότερο κακό ποτέ δεν θα υπάρξει».

Ο Έκτορας είχε πάρει την απόφαση του. Οι ικεσίες των γονιών του τον άφηναν αδιάφορο. Η μητέρα του συγκλονισμένη του φώναξε:

« Έκτορα γιε μου μη μας αφήνεις. Εγώ σου έδωσα το μητρικό μου γάλα για να γίνεις αυτός που είσαι. Μη μας εγκαταλείπεις κανακάρη μου. Αν σε σκοτώσει εκεί έξω ούτε να σε κλάψω δε θα μπορώ αφού θα σε σύρουν στα πλοία τους να σε φάνε τ` αγρίμια και τα φτερωτά όρνια».

Ο Έκτωρ έβλεπε τον Αχιλλέα που πλησίαζε αλλά παρέμενε εκεί χωρίς φόβο στην καρδιά του να τον αντιμετωπίσει. Είχε ακουμπήσει την ασήκωτη, άτρωτη ασπίδα του στους κολοσσικούς δόμους των τειχών και περίμενε σαν άγριο θηρίο στη μονιά του. Μονολόγησε με παράπονο:

« Μπροστά μου έχω το γκρεμό και πίσω μου τα τείχη. Αν μπω στη άγια πόλη μου

Χ` 100 πρώτος ο Πολυδάμας σε μένα όνειδος βαρύ αμέσως θα μου ρίξει. Έπρεπε να τον άκουγα σαν γύρισε ο Πηλείδης και να κλεινόμαστε ευθύς στα θεϊκά μας τείχη. Φοβάμαι κάποιος μη μου πει πολύ κατώτερος μου – Έκτορα απερίσκεπτε στον όλεθρο μας πήγες.

Αν άκουγα τον Πολυδάμαντα και έμπαινα μέσα θα μαχόμουν από τις επάλξεις και είχα πιθανότητες να σκοτώσω τον Αχιλλέα. Αν με σκότωνε αυτός θα έπεφτα με δόξα μέσα στην πόλη μου.

Αν τώρα καταθέσω τα όπλα μου και βάλω κάτω το κράνος, την ασπίδα και το κοντάρι μου, θα πρέπει να ζητήσω συμβιβασμό με τον εχθρό; Να προτείνω την παράδοση της Ελένης και επιστροφή όλων των λαφύρων που πήρε ο Πάρις αλλά και μέρος των δικών μας θησαυρών που έχουμε μέσα στην πόλη;

Δία μου διαλογίζομαι ικέτης να προσπέσω! Ο Αχιλλέας στη στιγμή τη ζήση μου θα πάρει και εγώ θα `μαι ξαρμάτωτος, σα φοβισμένη κόρη. Καλύτερα στον πόλεμο να μπω και να παλέψω και αν θελήσουν οι θεοί νίκη θα μου χαρίσουν».

Ο Αχιλλεύς όρμησε στον Έκτορα όπως το γεράκι ορμά στο τρυγόνι. Έμοιαζε με τον θεό του πολέμου Άρη. Τα όπλα του, έργα του Ήφαιστου, άστραφταν στο φως. Έλαμπαν όπως μια δυνατή φλόγα ή όπως το πρώτο πρωινό, δυνατό φως του ήλιου. Ο Έκτωρ άρχισε να τρέχει σύριζα στο τείχος ενώ ο Αχιλλέας τρέχοντας γρηγορότερα όλο και τον πλησίαζε. Προσπέρασαν την άγρια συκιά και πλησίασαν τις δύο κρήνες με τα άφθονα νερά πηγές του ποτάμιου θεού Ξάνθου. Από τη μία νερομάνα κρήνη ρέουν πεντακάθαρα χλιαρά νερά που αχνίζουν

Χ` 150 ενώ από την άλλη τρέχουν κρυστάλλινα νερά κρύα σαν το χαλάζι.

Γούρνες – πλυσταριά είναι κτισμένα εκεί για τα πλυσίματα που έκαναν οι Τρωαδίτισσες πριν φτάσουν οι Έλληνες.

Πέρασαν αστραπή από τις κρήνες ο διωκόμενος και ο διώκτης. Όμως δεν ήταν αθλητικός αγώνας δρόμου όπου το βραβείο είναι σφακτάρι ή προβιά ταύρου. Εδώ το βραβείο ήταν η ζωή του άτυχου Έκτορα. Τρεις φορές έφεραν βόλτα τα τείχη της πόλης κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των θεών. Ο Δίας είπε:

«Υποφέρω βλέποντας τον ευσεβή Έκτορα που τόσες θυσίες μου έχει προσφέρει, να διώκεται ανελέητα από τον ανίκητο Αχιλλέα. Σκεφτείτε το αθάνατοι θα σώσουμε, αν πρέπει τον Έκτορα απ` το θάνατο ή μέγας καθώς είναι θα φύγει υπερήφανος από μακρύ κοντάρι που πέταξε αλάθητα ο Αχιλλεύς Πηλείδης;».

Η γλαυκομάτα Αθηνά του απάντησε και είπε:
« Πατέρα μαυροσύννεφε, κεραυνοφόρε Δία το σκέφτηκες αυτό που λες; Τον Έκτορα θα σώσεις αφού η Μοίρα η κακή τον έχει ξεγραμμένο; Εγώ και άλλοι αθάνατοι σ` αυτό δε συμφωνούμε».

Ο Δίας της απάντησε ο νεφεληγερέτης:

«Κόρη μου Τριτογέννεια (1) μη δίνεις σημασία στα όσα είπα πριν εγώ και μη στενοχωριέσαι. Πάντα εγώ θα σ` αγαπώ ότι κι αποφασίσεις».

(1) Τρῑτο-γένεια, ἡ (γίγνομαι), όνομα της Αθηνάς, σε Όμηρο και Ησίοδο (από τη λίμνη Τριτωνίδα στη Λιβύη, κοντά στην οποία γεννήθηκε η θεά, σε Ευριπίδη Άλλοι μεταφράζουν το τριτογένεια  ως τη γεννηθείσα την τρίτη ημέρα του μήνα, ή το τρίτο κατά σειρά παιδί μετά τον Απόλλωνα και την Άρτεμη).

Η Αθηνά εγκατέλειψε σαν αστραπή τον Όλυμπο και έφτασε στην Τροία. Ο Αχιλλέας κατεδίωκε τον Έκτορα όπως ένα δυνατό σκυλί κυνηγά ελάφι. Περνώντας από τις Δαρδάνιες πύλες φρόντιζε ο Έκτωρ να πλησιάσει ελπίζοντας ότι τα βέλη των Τρώων μαχητών από τις επάλξεις θα πλήξουν τον Αχιλλέα. Όμως εκείνος ανάγκαζε με βολές να στρέψει τον διωκόμενο προς το λιβάδι.

Χ` 200 Όπως σε όνειρο δε μπορείς να προφτάσεις κάποιον έτσι και ο Αχιλλέας πλησίαζε αλλά δεν έφτανε σε θέση βολής για να κτυπήσει τον Έκτορα. Ο Φοίβος Απόλλων πλησίασε για στερνή φορά τον καταδιωκόμενο Έκτορα για να τον εμψυχώσει και να του δώσει δύναμη στα πόδια. Ο Αχιλλεύς με νοήματα έδειχνε στους άντρες του να μη στοχεύουν τον Έκτορα. Ήθελε όλη τη δόξα δική του και όχι να του την πάρει κάποιος άλλος που θα σκοτώσει πρώτος τον Έκτορα.

Την τέταρτη φορά που έφτασαν στις μνημειώδεις κρήνες ο πατέρας Δίας έστησε τη χρυσή ζυγαριά με τις Μοίρες του θανάτου των δύο ανδρών. Οι ανηλεείς Μοίρες έδειξαν το τέλος του Έκτορα. Η Μοίρα έγειρε και έφτασε στον Άδη. Τότε έφυγε από δίπλα του ο προστάτης του Απόλλων ενώ η Αθηνά πλησίασε τον Αχιλλέα και του είπε:

«Έφτασε η ώρα η καλή τη δόξα σου να πάρεις ω μέγιστε Διίφιλε λαμπρότατε Πηλείδη.

Οι Μοίρες αποφάσισαν και οι θεοί ακούνε. Νεκρό θα πάρουμε απ` εδώ τον μέγα Πριαμίδη. Πάρε ανάσα και εγώ τον Έκτορα θα πείσω απέναντι σου να σταθεί κι ίσια να μετρηθείτε.».

Ο Αχιλλέας χάρηκε με τα λόγια της θεάς. Σταμάτησε να πάρει ανάσα ακουμπώντας στο δόρυ του. Η Αθηνά πήρε τη μορφή και τη φωνή του Δηιφόβου και πλησίασε τον Έκτορα λέγοντας του:

« Ολόγυρα σε κυνηγά στα τείχη τα δικά σας. Να σταματήσεις τώρα πια και να τον πολεμήσεις.». Ο Έκτωρ του απάντησε αμέσως και του είπε:

« Δηίφοβε αγαπητέ εκτίμηση σου έχω κι απ` όλους μου τους αδελφούς εσένα ξεχωρίζω. Βγήκες απ` την ασφάλεια που είχες μες στην πόλη και ήλθες να με βρεις εδώ κουράγιο να μου δώσεις.». Απάντησε ο Δηίφοβος που ήταν η Παλλάδα:

« Αγαπημένε Έκτορα ο κύρης και η μάνα κι όλοι οι άλλοι έλεγαν να μείνω εις την πόλη. Όμως εμένα η καρδιά ζητά να σ` ανταμώσει. Τον κίνδυνο δεν σκέφτηκα και βγήκα από τα τείχη. Πάμε να πολεμήσουμε τον άκαρδο Πηλείδη.».

Η θεά με τη μορφή του Δηιφόβου ξεκίνησε εναντίον του Αχιλλέα και ακολούθησε ο Έκτωρ που μίλησε στον αντίπαλο του:

Χ` 250 «Πηλείδη ακαταπόνητε τέρμα πια το κυνήγι. Τρεις φορές τα τρέξαμε τα τείχη γύρω – γύρω. Θα σταματήσω να βρεθώ εγώ απέναντι σου. Πρώτα να συμφωνήσουμε πως μάρτυρες μεγάλοι θα είναι όλοι οι θεοί σ` αυτήν εδώ τη μάχη. Ορκίζομαι πως αν εγώ με του Διός τη χάρη, νικήσω και στον Χάροντα σε στείλω σκοτωμένο θα σεβαστώ το σώμα σου. Δεν θα σε βανδαλίσω αλλά στους Αχαιούς εγώ άψυχο θα σε δώσω να σε τιμήσουνε αυτοί όπως το θέλει η τάξη. Δώσε το λόγο σου κι εσύ πως όμοια θα πράξεις.».

Ο γοργοπόδαρος Αχιλλέας κοίταξε με άγριο, επιθετικό βλέμμα τον Έκτορα και είπε:

« Κουβέντες και συμβιβασμούς με σένα δε θα κάνω. Είσαι για μένα μισητός όσο κανένας άλλος που σκότωσες τον Πάτροκλο τον θεϊκό μου φίλο. Και μη ζητάς οι άνθρωποι να κάνουνε ειρήνη με τα πιο άγρια θεριά σ` αυτόν εδώ τον κόσμο. Λύκοι κι αρνιά δε γίνεται ποτέ τους να φιλιώσουν. Έτσι κι εγώ δεν δύναμαι με σένα να μιλήσω γιατί το μόνο που ποθώ είναι να σε σκοτώσω και το ζεστό το αίμα σου στον Άρη να προσφέρω. Πάλεψε εναντίον μου με όλο σου το σθένος και όλη την αντρεία σου, αυτό ζητάω μόνο. Θα σε σκοτώσω να χαρούν όλοι οι σύμμαχοι μου που ξέκανες στον πόλεμο τον ανδροφάγο τούτο.»

Ο Αχιλλέας εξακόντισε το μακρύ δόρυ του αλλά ο Έκτωρ χαμηλώνοντας το άφησε να περάσει πάνω από το κεφάλι του και να καρφωθεί στο χώμα πίσω του. Η Αθηνά το πήρε και το επέστρεψε στον προστατευόμενο της Αχιλλέα.

Ο Έκτωρ είπε στον Αχιλλέα:

« Πηλείδη δε με πέτυχες, αστόχησε το δόρυ κι ας είναι με το μέρος σου ο Δίας ο Κρονίδης κι η Αθηνά η κόρη του η όμορφη Παλλάδα. Με λόγια και με καυχησιές στον Άδη δε με στέλνεις. Ούτε μπορείς το θάρρος μου με λόγια να μου πάρεις. Νώτα δε σου γυρίζω εγώ πισώπλατα να μ` έβρεις. Απέναντι σου στέκομαι με δύναμη και θάρρος και αν το θέλουν οι θεοί στον Άδη θα σε πέψω.».

Ο Έκτορας πέταξε το κοντάρι του εναντίον του Αχιλλέα. Η χάλκινη αιχμή του δόρατος κτύπησε στο κέντρο της ασπίδας και τινάχτηκε μακριά αφού η ασπίδα που κατασκεύασε ο Ήφαιστος ήταν άτρωτη και αδιαπέραστη. Έμεινε χωρίς κοντάρι και αμέσως φώναξε στον Δηίφοβο για βοήθεια. Όμως ο Δηίφοβος δεν ήταν πια εκεί. Δεν ήταν ποτέ εκεί αφού η Αθηνά είχε πάρει τη μορφή και τη φωνή του για να ξεγελάσει τον Έκτορα. Εκείνος κατάλαβε και μονολόγησε:

« Σημάδι είναι θεϊκό αυτό που μου συνέβη. Τον ήρωα Διήφοβο νόμιζα σύμμαχο μου αλλά ποτέ δεν έφυγε αυτός από τα τείχη. Όλοι οι θεοί με γέλασαν, στον Άδη με καλούνε. Η Αθηνά με τύφλωσε με δόλο, η Παλλάδα, και νόμιζα πως σύμμαχο έχω εδώ κοντά μου.

Χ`, 300. Με κυνηγά ο Χάροντας μου και την ψυχή μου θέλει κι ο Δίας πια με άφησε στο έλεος της Μοίρας. Όμως χωρίς ν` αντισταθώ δεν παραδίδω όπλα κι όσο μπορέσω πιο ψηλά θα βάλω την ψυχή μου. Να μάθουν οι μελλοντικοί και τη δική μου αξία.».

Ο Έκτωρ τράβηξε το κοφτερό σπαθί και όρμησε σαν αετός που ξεπροβάλλει από τα μαύρα σύννεφα και επιτίθεται στο λιβάδι σ` ένα μεγάλο λαγό ή ένα αρνί. Ο Αχιλλέας προστατεύθηκε με την ασπίδα. Η περικεφαλαία, έργο και αυτή του Ηφαίστου, προστάτευε το θείο κεφάλι του Πηλείδη. Ολόχρυσες ανάδευαν πλεξούδες απ` το κράνος και ήταν απαράλλαχτος με τον Φοίβο Απόλλωνα. Πέταξε το κοντάρι του στον Έκτορα τον μέγα και το κοντάρι έλαμπε σαν τον αποσπερίτη που λάμπει περισσότερο μες στ` ουρανού τον θόλο.

Ο Αχιλλέας πέτυχε τον αντίπαλο του στο μοναδικό σημείο που ήταν ακάλυπτο από την πανοπλία του , που ήταν η πανοπλία του Πατρόκλου, η παλιά αρματωσιά του Αχιλλέα. Η αιχμή του δόρατος βρήκε τον άμοιρο Έκτορα χαμηλά στο λαιμό και τον διαπέρασε.

Ο Αχιλλέας είπε στον αντίπαλο του λίγο πριν βγει η ψυχή του:

«Έκτορα δεν το σκέφτηκες καλά να σκοτώσεις τον Πάτροκλο. Δεν σου πέρασε από το μυαλό ότι θα εκδικηθώ για το θάνατο του; Δε σκέφτηκες ότι είμαι δυνατότερος από σένα; Τώρα άμοιρε θα δώσω το σώμα σου στα άγρια θηρία και στα όρνια ενώ ο Πάτροκλος θα κηδευτεί με όλες τις τιμές.

Ο Έκτωρ με σβησμένη φωνή είπε:

« Μη με αφήσεις στα σκυλιά περήφανε Πηλείδη να χαίρεσαι τη ζήση σου και τους καλούς γονείς σου. Δέξου από τον Κύρη μου και τη γλυκιά μου μάνα λάφυρα να σου δώσουνε λύτρα, χαλκό, χρυσάφι και δώσε τους το σώμα μου το άψυχο να κάψουν όπως ορίζει η τιμή θεών αλλά κι ανθρώπων.».

Η οργή του Αχιλλέα δεν είχε σβήσει αν και έβλεπε τον Έκτορα να σβήνει. Του είπε με άγριο, επιθετικό λόγο:

«Με εξοργίζεις που τολμάς και λες αυτά τα λόγια. Ούτε κι αν σ` έτρωγα ωμό δε θα σε συγχωρούσα για τα κακά που μου `κανες σ` αυτές εδώ τις μάχες. Θα καταλήξεις στα σκυλιά. Αυτό σου πρέπει σκύλε.

Χ` 350 Ακόμα εικοσαπλάσια λάφυρα να προτείνουν το σώμα σου δε θα το δουν να το μοιρολογήσουν και να σου στήσουνε λαμπρό μνημείο μαρμαρένιο. Στο είπα, θα στο ξαναπώ θα σε κατασπαράξουν θηρία άγρια φριχτά και όρνια του αέρα.».

Ο Έκτωρ πριν φύγει για το σκοτεινό βασίλειο του Άδη είπε τα τελευταία του λόγια:

«Το ξέρω πως δεν το μπορώ τη γνώμη σου ν` αλλάξω γιατί από σίδερο καρδιά (1) έχεις μέσα στα στήθη. Στοχάσου μόνο άκαρδε πως οι θεοί μας βλέπουν και φτάνει η ώρα η βαριά που ο θεός Απόλλων μαζί κι ο Πάρις στις Σκαιές τις πύλες θα σε σβήσουν και θα `ρθεις κάτω να με βρεις στου Άδη τα παλάτια.».

(1) Χ`, 357: ἦ γὰρ σοί γε σιδήρεος ἐν φρεσὶ θυμός.

Ο Αχιλλέας μίλησε στον νεκρό Έκτορα:

«Κατέχω τα όσα μου λες και καρτερώ το Χάρο τη ζήση μου την άτυχη να έρθει να μου πάρει όπως ορίζουν οι θεοί και ο αφέντης Δίας.».

Ο Αχιλλέας τράβηξε το δόρυ του από το σώμα του Έκτορα και μετά τον ξεγύμνωσε και του πήρε τα όπλα τα αιματοβαμμένα. Οι Αχαιοί έσπευσαν να δουν τον νεκρό αντίπαλο με το θεϊκό ανάστημα και την ωραία μορφή. Όλοι όσοι πλησίαζαν κτυπούσαν με τη λόγχη τους το νεκρό σώμα. Κάποιος είπε:

« Δεν αγριεύει τώρα πια ο Έκτωρ ο γενναίος όπως αγρίευε σαν έκαιγε τα πλοία.».

Ο Αχιλλέας είπε στους αρχηγούς των Αχαιών:

« Ο Έκτωρ δεν υπάρχει πια που μόνος σας νικούσε. Μήπως τώρα που πέθανε να ζώσουμε τα τείχη την Τροία να αλώσουμε και όσους είναι μέσα αμέσως ν` αφανίσουμε και όλα να τελειώσουν; Τώρα ας ξεκινήσουμε να πάμε στα καράβια γιατί ο Πάτροκλος νεκρός εμένα περιμένει να αποδώσω τις τιμές που πρέπει αυτός να έχει. Παιάνα εμείς να ψάλουμε που χάθηκε ο Έκτωρ που σαν θεό τον είχανε οι Τρώες οι γενναίοι.».

Ο Αχιλλέας τρύπησε τα νεύρα από τις φτέρνες του Έκτορα, πέρασε δερμάτινους ιμάντες και τις άλλες άκρες τους τις έδεσε στο άρμα του όπου επιβιβάστηκε.

Χ`, 400. Μαστίγωσε τα άλογα που άρχισαν να τρέχουν ,ενώ ο νεκρός Έκτωρ σερνόταν με βία στο χώμα σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Τα όμορφα μαλλιά του έλαμπαν απλωμένα στο χώμα. Η μητέρα του είδε τη σκηνή από τις επάλξεις και έσυρε θρήνο ξεριζώνοντας τα μαλλιά της αφού πέταξε τη μαντίλα από το κεφάλι της. Ο Πρίαμος θρηνούσε για τον αγαπημένο του γιο ενώ όλοι οι Τρώες έκλαιγαν και μοιρολογούσαν τρέμοντας για όσα τους περιμένουν. Ο Πρίαμος ήθελε να βγει από την πόλη αλλά οι ακόλουθοι του τον συγκρατούσαν. Εκείνος θρηνούσε και κτυπιόταν κάτω στο χώμα λέγοντας στους Τρώες:

« Όσο κι αν μ’ αγαπάτε, μη με κρατάτε, φίλοι μου, αφήστε με να πάω τον άντρα τον σκληρόκαρδο να βγω να συναντήσω. Ίσως τα χρόνια σεβαστεί και κάτσει να μ` ακούσει. Εγώ `μαι συνομήλικος του κύρη του Πηλέα κι ίσως αυτό να το σκεφτεί ο άκαρδος Πηλείδης που τόσα τέκνα μου σφαξε στον πόλεμο ετούτο. Όλα μου κλαίω τα παιδιά που έστειλε στον Άδη μα πιο πολύ θρηνώ εγώ για τον πρωτότοκο μου που ΄σέρνει με το άρμα του ο μαύρος Αχιλλέας. Αυτός ο άδικος χαμός στον Άδη θα με στείλει. Δε φτάνει που τον χάσαμε μας βρήκε κι άλλος πόνος πολύ βαρύς κι ασήκωτος από τον Αχιλλέα που σέρνει με το άρμα του το άψυχο το σώμα του Έκτορα μας του τρανού του πρώτου μαχητή μας.».

Ο θρήνος της Εκάβης ακούστηκε σ` όλη την Τροία:

«Παιδί μου Έκτορα τρανέ, τι πάθαμε καλέ μου που έφυγες κι ορφάνεψε η Τροία και οι Τρώες κι όλες οι Τρωαδίτισσες που σαν θεό σε είχαν. Δε θέλω πια τη ζήση μου που χάθηκες λεβέντη. Σε πήρε η κακή, σκληρή κι η άσπλαχνη σου Μοίρα.».

Η γυναίκα του Έκτορα Ανδρομάχη δεν είχε καταλάβει τίποτα για το κακό που τους βρήκε. Μέσα στα βασιλικά της διαμερίσματα κεντούσε με πολλά πλουμίδια ένα πορφυρό υφαντό. Ζήτησε από τις κοπέλες που την βοηθούσαν να στήσουν στην παραστιά τρίποδα με μεγάλο λέβητα να ζεστάνουν νερό για το μπάνιο του Έκτορα όταν φτάσει στο βασιλικό μέγαρο. Δε γνώριζε η άμοιρη πως ήταν σκοτωμένος ο άντρας της ο όμορφος, ο θείος Πριαμίδης. Άκουσε θρήνους και φωνές και έχασε τον κόσμο, ταράχτηκε και έτρεμε, της έπεσε η περόνη και στις κοπέλες μίλησε με τη φωνή κομμένη:

« Χ` 450. Ελάτε δύο κοπελιές να πάμε στην Εκάβη. Τον θρήνο της σαν ν` άκουσα και έσπασε η καρδιά μου. Κάτι κακό θα έγινε. Τα πόδια μου κοπήκαν. Μακάρι να διαψευστώ μα μαύρες σκέψεις έχω για τον καλό μου σύζυγο τον Έκτορα τον μέγα. Είναι πολύ παράτολμος, φοβάμαι τον Πηλείδη που μίσος έχει άσβεστο για τον δικό μου άντρα.».

Η Ανδρομάχη έτρεξε αλαφιασμένη προς τα τείχη και είδε το φρικτό θέαμα: Ο Έκτωρ νεκρός συρόταν από το άρμα του Αχιλλέα.

Μαύρο σκοτάδι σκέπασε τα όμορφα της μάτια, ζαλίστηκε και έπεσε χωρίς πνοή στο χώμα και η ψυχή της έφτασε στο πικραμένο στόμα.

Όλα της τα κοσμήματα κι η όμορφη μαντίλα φύγαν απ` το κεφάλι της και πέσανε στο χώμα. Μαγνάδι και διαδήματα κι άλλα της ομορφάδας χαθήκαν και σκορπίσανε όπως και το μυαλό της. Είδε αυτόν που αγαπά στη σκόνη τυλιγμένο, άψυχο και να τον τραβά ο άκαρδος Πηλείδης.

Η Ανδρομάχη με τη φροντίδα των κοριτσιών συνήλθε λίγο και άρχισε τον θρήνο:

«Έκτορα άντρα μου καλέ πως φεύγεις και μ` αφήνεις. Στην Τροία εσύ γεννήθηκες μα τώρα πας στον Άδη κι αφήνεις χήρα και μωρό στην μαύρη τους τη Μοίρα. Τι τύχη θάχει το μωρό, το ορφανό μας Έκτωρ τώρα που πια μας άφησες να πας στον κάτω κόσμο.».

Χ`, 515. Τα έλεγε και έκλαιγε μαζί με τις κοπέλες.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στην αγαπημένη φίλη Λίνα Παπαδάκη.