Σύμφωνα με μια όχι τόσο σύγχρονη ιδέα για την τέχνη σαν παιχνίδι, που επικεντρώνεται στη λειτουργία του εγώ, του εγώ της δημιουργίας και της υπέρβασης, υπάρχει στην κριτική παράδοση μια άλλη ιδέα της τέχνης σαν παιχνίδι και γλωσσική μηχανή, σύμφωνα με την οποία το έργο δεν θα είχε καμιά ιστορική αξία από τη στιγμή που η παρτίδα που παίζεται είναι πάντα η ίδια και ο παίκτης είναι πάντα κάτω από την επιτήρηση των κανόνων του παιχνιδιού.
Αλλά η παραγωγή–πρόσληψη–νέα παραγωγή είναι, αντίθετα, μια δραστηριότητα που διατηρεί σε κίνηση την επικοινωνία καταργώντας όλες τις χρηστικές φόρμες όπου η δύναμη των θεσμών και η εξουσία των κυρίαρχων τάξεων τείνει να ορίσει. Οι δύο αντικρουόμενες ερμηνείες του «παιχνιδιού» τη μια ευνοούν τον παίκτη στο υπέρτατο παιχνίδι της ρομαντικής υποκειμενικότητας, την άλλη στους κανόνες και στις ανάγκες του παιχνιδιού, αφήνοντας και οι δύο κατά μέρος την πλοκή των κοινωνικών σχέσεων και την απαραίτητη συνθήκη για να υπάρχει δραστηριότητα.
Κι εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε τον Μιχαήλ Μπαχτίν¹, που μίλησε για μια μετα-γλωσσική δραστηριότητα, αν και θα ήταν πιο σωστό να την ονομάσουμε υπερ-γλωσσική δραστηριότητα. Πρώτα όμως θα πρέπει να κάνουμε και μια σύντομη αναφορά στον γλωσσολόγο Εμίλ Μπενβενίστ², ο οποίος μελετώντας τις προσωπικές αντωνυμίες πρώτου και δευτέρου προσώπου, τους αποδίδει μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερη γραμματική λειτουργία. Αυτές ενεργοποιούν το «εγώ» ως ενέργεια, και επιβεβαιώνουν την αντικειμενικότητα της γλώσσας. Ετσι λοιπόν αυτές οι ιδιαίτερες αντωνυμίες δεν εξαντλούνται στη λειτουργία του σημείου, αλλά είναι γλωσσικές πραγματικότητες. Πρέπει λοιπόν να διαβάσουμε τον Μπαχτίν έχοντας στον νου αυτή τη σημείωση, ξεκινώντας από την ιδέα του υποκειμένου που μιλά ως ενέργεια ή κέντρο της διατυπωμένης δραστηριότητας, και της γραφής ως λεκτική δραστηριότητα.
(1) Ζητήματα ποιητικής του Ντοστογιέφσκι (1963)
(2) Προβλήματα γενικής γλωσσολογίας (1966)
*Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
