Η χρυσοπλούμιστη Ηώς με πορφυρένιο πέπλο βγήκε απ` τον Ωκεανό τον κόσμο να φωτίσει. Να φέρει φως και στους θεούς και στους θνητούς ανθρώπους.
Την ίδια ακριβώς στιγμή φτάνει στην Τροία η Θέτις και βρήκε τον ακριβογιό στου Πάτροκλου το πτώμα να κλαίει να μοιρολογά τον θεϊκό του φίλο μαζί με σύντροφους πολλούς έσέρνανε τον θρήνο.
Η Θέτιδα με σπαραγμό πλησίασε το γιο της, το χέρι του πιασε σφιχτά και μίλησε με πόνο:
«Γιε μου ο θείος Πάτροκλος κατέβηκε στον Άδη. Εκεί τον στείλαν οι θεοί και η κακή του η Μοίρα. Πρέπει να τον αφήσουμε, παρ` όλο μας τον πόνο, να δούμε τι θα κάνουμε στον πόλεμο που τρέχει. Όπλα σου φέρνω ανίκητα που τα `φτιαξε ο πρώτος, ο μέγας πρωτομάστορας ο Ήφαιστος ο θείος. Κανείς θνητός δεν έπιασε ποτέ του τέτοια όπλα».
Τα όπλα του απόθεσε εκεί αντικριστά του και σαν ακούμπησαν στη γη σαν ζωντανά ηχήσαν. Οι Μυρμιδόνες τρόμαξαν στην θεϊκή θωριά τους και πίσω αποτραβήχτηκαν από το θαύμα ετούτο.
Ο Αχιλλέας ο τρανός μόλις τα είδε όλα ,αστράψανε τα μάτια του, ένιωσε σιδερένιος και ο μεγάλος γδικιωμός του γέμισε το στήθος. Δεν χόρταινε να τα θωρεί και να τα πιάνει όλα, να χαίρεται, ν` ευφραίνεται την θεϊκή τους όψη. Σαν θαύματα του φαίνονταν τα έργα του Ηφαίστου. Όλος αγάπη και χαρά μίλησε στη μητέρα:
« Έργα θεού μου έφερες ω θαυμαστή μου μάνα. Κανείς θνητός δε δύναται τέτοια να τεχνουργήσει. Τώρα εγώ θ` αρματωθώ μ` αυτά τα θεία όπλα. Έχω μια έγνοια μάνα μου για τούτο εδώ το πτώμα να μην το πλησιάσουνε έντομα ρυπογόνα. Θέλω να μείνει καθαρό κι αστραφτερό στον ήλιο αφού σαν φύγει η ψυχή το σώμα πια σαπίζει».
Η Θέτιδα απάντησε και είπε στον Πηλείδη:
«Βγάλε αυτόν τον στοχασμό μέσα από το μυαλό σου, μοναχογιέ μου ακριβέ. Τέτοια μην έχεις έγνοια. Το σώμα εγώ του φίλου σου πολύ θα το προσέξω. Θα μείνει πεντακάθαρο όμορφα μυρισμένο, άβλαπτο και αστραφτερό θα κείτεται το σώμα.
Εσύ καλέ μου ακριβογιέ κάλεσε τους Αργείους, και μίλησε στους αρχηγούς για την επιστροφή σου, στης μάχης τα καμώματα που έλεος δεν έχουν. Ξέχνα αμέσως τον θυμό που έχεις στον Ατρείδη κι ευθύς στον πόλεμο να μπεις με θεϊκή ανδρεία».
Αυτά του είπε η θεά, η μάνα του η Θέτις κι αμέσως τον εγέμισε με θάρρος και δυνάμεις ώστε να μη μπορεί θνητός ποτέ να τον νικήσει.
Η φιλοεύσπλαχνη θεά νέκταρ και αμβροσία, στάζει στη μύτη του νεκρού του θεϊκού Πατρόκλου. Το σώμα του να κρατηθεί άφθαρτο, μυρωμένο.
Διασχίζει την ακρογιαλιά ο θείος Αχιλλέας και με κραυγή τρομακτική φωνάζει στους Αργείους. Άπαντες τον ακούσανε και τρέξανε αμέσως. Χαρήκανε σαν είδανε τον μέγα Αχιλλέα στον πόλεμο τον φοβερό πίσω να επιστρέφει.
Στην σύναξη που κάλεσε ο θείος Αχιλλέας φτάσανε και οι φίλοι του, Τυδείδης κι Οδυσσέας, που χώλαιναν και κράταγαν το δόρυ σαν μπαστούνι, αφού σε μάχες δυνατές λαβώθηκαν στο σώμα.
Τ 50. Φτάσανε όλοι οι αρχηγοί και κάθισαν στις έδρες και τελευταίος φάνηκε ο μέγας Αγαμέμνων που ήταν όλων αρχηγός σ` αυτήν την εκστρατεία. Είχε κι αυτός τραυματιστεί απ` τον Αντηνορίδη, τον Κόωντα τον δυνατό απ` το χαλκό του δόρυ. Σαν όλοι μαζευτήκανε, των Αχαιών οι πρώτοι, σηκώθηκε και μίλησε ο Αχιλλεύς Πηλείδης:
«Ατρείδη Αγαμέμνονα πόσο κακό μεγάλο μας έφερε η διχόνοια που μπήκε μες στο νου μας για την καλή την κοπελιά που μ` άρπαξες με βία. Καλύτερα την κόρη αυτή η Άρτεμις με βέλος στον Άδη να την έστελνε τη μέρα που την πήρα από την πόλη Λυρνησσό δική μου να την έχω. Αν δεν υπήρχε η κοπελιά πολλοί θα ζούσαν τώρα. Άδικα τόσοι σκοτωμοί, τόσοι χαμένοι άντρες. Αλήθεια θύμωσα πολύ και ο θυμός εκείνος οδήγησε στο θάνατο τόσους και τόσους άντρες. Ο Πριαμίδης Έκτορας βρήκε την ευκαιρία κι οδήγησε τους άντρες του σε νικηφόρες μάχες. Οι Αχαιοί πολύν καιρό αυτό θα το θυμούνται. Αλλ` ότι εγίνη έγινε, πάει πέρασε τώρα και πρέπει να δαμάσουμε μέσα μας τον θυμό μας. Ατρείδη παύω πρώτα εγώ το μίσος μου για σένα και συ θα πρέπει άμεσα το στράτευμα να φέρεις την Τροία να αλώσουμε μετά από τόσα χρόνια. Τον όλεθρο θα σπείρω εγώ στους ασεβείς τους Τρώες και όσοι δε θα σκοτωθούν το γόνυ τους θα κλίνουν».
Χαρήκανε οι Αχαιοί που άκουσαν τα λόγια του Αχιλλέα του τρανού π` άφησε το γινάτι και γύρισε στον πόλεμο τους Τρώες να νικήσει.
Από την έδρα μίλησε ο αρχηγός Ατρείδης:
«Ήρωες φίλοι Αχαιοί, θεράποντες του Άρη, χωρίς να διακόψετε ακούστε με και μένα γιατί η κάθε διακοπή μπορεί ζημιά να φέρει ακόμα σε βροντόφωνο ρήτορα προικισμένο. Ο θόρυβος και οι φωνές πολύ μας εμποδίζουν να πούμε και ν` ακούσουμε , να συνεννοηθούμε και τη σωστή απόφαση να πάρουμε αντάμα. Ακούστε τώρα τι θα πω εγώ στον Αχιλλέα. Πολλές φορές οι Αχαιοί με έκριναν με βιάση, πολύ με κατηγόρησαν για λάθη που `χω κάνει. Όμως δεν έφταιγα εγώ αλλά ο Ζευς, η Μοίρα κι η Ερινύα η φοβερή που τις βραδιές γυρνούσε μέσα στη σκέψη συνεχώς και την πλανεύτρα Άτη στο νου μου εγκατέστησε ,τότε που χωρίς λόγο, πήρα την κόρη την καλή του φίλου Αχιλλέα. Ποτέ δεν θα μπορούσα εγώ την Άτη ν` αψηφήσω. Είναι ανίκητη θεά και ότι θέλει παίρνει από τους άμοιρους θνητούς που πάντα βασανίζει. Ακόμα και τον αρχηγό τον Δία τον Κρονίδη πλάνεψε και ξεγέλασε τη μέρα που η Αλκμήνη εγέννησε τον Ηρακλή στην πυργωμένη Θήβα.
Τ` 100 Ο Δίας τότε μίλησε και στους θεούς καυχήθη:
«Εσείς αθάνατοι θεοί και σεις θεές ακούστε όλα που θέλω να σας πω απ` της καρδιάς τα βάθη. Θα φέρει η Ειλείθυια των τοκετών η μαία και των ωδίνων η θεά, βρέφος που ριζικό του είναι να γίνει βασιλιάς πολλών σπουδαίων τόπων. Κατάγεται απ’ το αίμα μου κι από την γενεά μου».
Η Ήρα του απάντησε με δόλο στην καρδιά της:
«Ψέματα Δία εύχεσαι, ψεύτης θα βγεις και πάλι κι αυτά που μας καυχήθηκες ποτέ τους δεν θα γίνουν. Ορκίσου μας πως θα συμβεί αυτό που είπες σ` όλους, πως σήμερα θα γεννηθεί ο μέγας βασιλέας που θα `ναι από το αίμα σου κι από τη γενεά σου».
Ο Δίας δεν κατάλαβε της Ήρας την παγίδα κι έδωσε όρκο φοβερό για όσα είπε λόγια.
Η Ήρα πέταξε από τον Όλυμπο στο Άργος για να συναντήσει την σύζυγο του Σθένελου του γιου του Περσέα, που ήταν έγγειος στον έβδομο μήνα. Αν και δεν είχε συμπληρωθεί η κύηση η Ήρα έφερε στο φως το βρέφος εφταμηνίτικο.
Την ίδια στιγμή διέκοψε την εγκυμοσύνη της Αλκμήνης.
Στον Όλυμπο επέστρεψε και είπε του Κρονίδη:
« Άκουσε Δία αρχηγέ, των κεραυνών αφέντη, σήμερα εγεννήθηκε μεγάλος βασιλέας. Εφτά μηνών γεννήθηκε και βασιλιάς θα γίνει στο Άργος και θα κυβερνά όλους τους τόπους γύρω. Το όνομα του βασιλιά θα είναι Ευρυσθέας. Σθένελος ο πατέρας του, Περσέας ο παππούς του. Είναι από καλή γενιά γιατί κρατά από σένα».
Δριμύς στα σπλάχνα του Διός, βαρύς εμπήκε πόνος. Την Άτη άρπαξε ευθύς και δίνει μέγα όρκο: «Ποτέ στον μέγα ουρανό με τα πολλά τ` αστέρια αλλά και εις τον Όλυμπο η Άτις να μην φτάσει». Την έπιασε απ` τα μαλλιά και τις χρυσές πλεξούδες απ` τ` άστρα την κατέβασε και την πετά στο χώμα εκεί που ζούνε οι θνητοί με τα δικά τους πάθη.
Ο Δίας πάντα στέναζε κι είχε μεγάλη πίκρα που ο κακός ο Ευρυσθεύς βασάνιζε τον γιο του, τον Ηρακλή τον θεϊκό, το τέκνο της Αλκμήνης.
Ο Αγαμέμνων είπε αυτά στους άλλους αρχηγούς και στον Αχιλλέα για να δείξει ότι ακόμα και ο μέγιστος Ζευς έπεσε άθελα του θύμα της Άτης.
Συνέχισε: « Η Άτις με ετύφλωσε και θόλωσε το νου μου κι αντί εγώ να πολεμώ τον Έκτορα τον θείο που απειλούσε τα σκαριά όλα να μας τα κάψει, εγώ αλλού ταξίδευα στης Άτης τα σοκάκια.
Όμως φίλοι μου αρχηγοί, όλα θα τα διορθώσω, με δώρα και με θησαυρούς σε σένα Αχιλλέα. Εσύ ξεσήκωσε όλο το στράτευμα το ελληνικό ώστε να νικήσουμε τους Τρώες. Αμέσως θα φέρουν τα δώρα σου οι βοηθοί μου από το μεγάλο πλοίο μου».
Ο Αχιλλέας ο τρανός απόκριση του δίνει:
«Δώσε τα δώρα όπως θες, ή κράτα τα ακόμη, τώρα εμείς στου πόλεμου θα πέσουμε τη μπόρα. Ούτε λεπτό δεν πρέπει εμείς να χάσουμε ω φίλοι γιατί ο Έκτωρ ο τρανός τα πλοία μας θα κάψει. Εγώ θα μπω με τ` άρμα μου πρώτος σ` αυτή τη μάχη και με ανίκητη ορμή τους Τρώες θα τσακίσω.
Τ` 150 Όλοι με νίκης σάλπισμα στη μάχη να ριχτούμε».
Αμέσως πήρε απάντηση από τον Οδυσσέα:
«Ασύγκριτε Αχιλλέα, πρόσταξε τους άνδρες όλους να φάνε και να πιούνε κι έπειτα ξεκινάς τον πόλεμο. Το φαγητό και το κρασί δίνει δύναμη στους πολεμιστές. Μην κινήσεις τον πόλεμο με πεινασμένους και νηστικούς άνδρες. Δεν γνωρίζουμε πόσο θα κρατήσουν οι μάχες και τι θα πράξουν οι θεοί. Κανείς πολεμιστής δε μπορεί να μάχεται νηστικός από το πρώτο φως της ημέρας μέχρι το τελευταίο.
Διέταξε τους άντρες σου να φάνε και να πιούνε πριν φύγεις για τον πόλεμο και τις μεγάλες μάχες.
Εσύ μείνε να απολαύσεις, όπως και όλοι μας, τα δώρα που θα σου φέρει για την έμπρακτη συγγνώμη του ο αρχηγός Ατρείδης. Θα σου ορκιστεί ότι ποτέ δεν έκανε έρωτα (1)με την κοπελιά που τόσο πικράθηκες όταν την πήρε από σένα.
Σχόλιο (1).
Τ` 175.ὀμνυέτω δέ τοι ὅρκον ἐν Ἀργείοσιν ἀναστὰς
μή ποτε τῆς εὐνῆς ἐπιβήμεναι ἠδὲ μιγῆναι·
ἣ θέμις ἐστὶν ἄναξ ἤ τ’ ἀνδρῶν ἤ τε γυναικῶν·
Να απολαύσεις ακόμα το βασιλικό τραπέζι που θα σου προσφέρει για να καταπραΰνει τον θυμό σου που τόσο σε αδίκησε».
Ο Αγαμέμνων απάντησε στον Οδυσσέα:
« Πολύ ευχαριστήθηκα που σ` άκουσα Οδυσσέα. Όλα τα έθεσες σωστά κι όπως ορίζει η τάξη. Ορκίζομαι ολόψυχα πως όλα θα τα πράξω και δεν θα γίνω επίορκος, μάρτυρες οι θεοί μας. Ο σύντροφος Ταλθύβιος να σφάξει ένα χοίρο θυσία να προσφέρουμε γι αυτήν την συμφωνία».
Μίλησε και ο Αχιλλεύς στη σύναξη ετούτη:
«Ω Αγαμέμνων αρχηγέ, τρισένδοξε Ατρείδη, ας περιμένουν όλ` αυτά να γίνουν άλλη ώρα, σε ένα διάλλειμα μικρό του μέγιστου πολέμου.
Τ` 200 Ορμή ακατανίκητη νιώθω στα στήθη μέσα και τίποτα δε με κρατά στη μάχη να ορμήσω. Να βρω τον θείο Έκτορα και να τον εξοντώσω. Δεν θέλω να το ρίξουμε εμείς στο φαγοπότι όταν στο χώμα κείτονται τόσοι νεκροί συντρόφοι που η ψυχή τους μου ζητά εκδίκηση να πάρω απ` τον γενναίο Έκτορα που σκόρπισε θανάτους. Όλοι ζητάνε τη στιγμή στη μάχη να ριχτούμε κι όταν θα τελειώσουμε η νύχτα σαν θα φτάσει, τότε να κάτσουμε εμείς να φάμε και να πιούμε. Εγώ να φάω και να πιω φίλοι δεν θα μπορέσω, γιατί αντάρα φοβερή πλακώνει την ψυχή μου αφού ο φίλος κι αδελφός, ο Πάτροκλος ο θείος κείτεται μέσα στη σκηνή χωρίς ψυχή στο σώμα. Πώς να κατέβει φαγητό με τέτοια στενοχώρια που στη σκηνή μου κείτεται ο σκοτωμένος φίλος; Ο βόγγος όλων των νεκρών με προσκαλεί στη μάχη».
Ο Οδυσσέας μίλησε και είπε στον Πηλείδη:
«Ω μέγιστε των Αχαιών Πηλείδη Αχιλλέα ξέρω ότι με ξεπερνάς στη μάχη και στο δόρυ όμως εγώ πιο έξυπνα φέρομαι από σένα. Τα χρόνια μου είναι πολλά και τα δικά σου λίγα κι εκείνα με διδάξανε πολλές σπουδαίες πράξεις. Άκουσε όσα θα σου πω, μη βιάζεσαι να φύγεις. Ο πόλεμος ταλαιπωρεί και κορεσμό μας φέρνει και μας αδειάζει την ψυχή γρήγορα και με πόνο. Ο θερισμός είναι μικρός, τα στάχυα είναι χίλια, με μία μόνο δρεπανιά κόβονται σαν κλωστούλες. Ο Δίας κρίνει και νογά κι αυτός αποφασίζει προς που θα γείρει ο ζυγός ο θείος του θανάτου. (2)
(2). αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κόρος ἀνθρώποισιν,
ἧς τε πλείστην μὲν καλάμην χθονὶ χαλκὸς ἔχευεν,
ἄμητος δ’ ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα
Ζεύς, ὅς τ’ ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται.
Τ 225γαστέρι δ’ οὔ πως ἔστι νέκυν πενθῆσαι Ἀχαιούς·
Άντρες σκοτώνονται πολλοί, αμέτρητοι στην μάχη. Καθημερνά σκοτώνονται και πέφτουν σαν τα στάχυα και τι θα καταφέρουμε αν όλους τους θρηνούμε και κόψουμε το διάλειμμα να φάμε και να πιούμε; Πρέπει να είμαστε καλά στις μάχες για να μπούμε, γιατί η πείνα ειν` εχθρός και μόνο ήττες φέρνει».
Αμέσως οι γιοι του Νέστορα αλλά και ο Μελάνιππος, ο Θόας, ο Φιλείδης, ο Μέγης, ο Μηριόνης, Ο Λυκομήδης συνόδευσαν τον Οδυσσέα στη βασιλική σκηνή του Αγαμέμνονα.
Εκεί ήταν τα δώρα για τον Πηλείδη: Επτά χάλκινοι τρίποδες, είκοσι λέβητες λαμπροί, δώδεκα πουλάρια, επτά πανέμορφες κόρες και μαζί τους η αγαπημένη του Αχιλλέα η λαμπερή Βρισηίδα.
Τάλαντα δέκα ζύγισε χρυσάφι ο Δυσσέας κι έφυγαν όλοι τους μαζί τα δώρα για να φέρουν στον Αχιλλέα τον τρανό, τον ξακουστό Πηλείδη. Στη μέση τ` αποθέσανε στης σύναξης τον τόπο κι αμέσως εσηκώθηκε κι ο αρχηγός Ατρείδης.
Τ` 250. Ο Ταλθύβιος με την θεϊκή φωνή κρατούσε τον κάπρο για την θυσία και ήταν δίπλα στον αρχηγό Αγαμέμνονα. Ο Ατρείδης τράβηξε το κοφτερό μαχαίρι του και ξύρισε λίγες τρίχες του ζώου, τελετουργία για την αρχή της θυσίας. Έπειτα σήκωσε τα χέρια και δεήθηκε στον Δία λέγοντας:
«Τον Δία έχω μάρτυρα, των αθανάτων πρώτο. Ακόμα έχω μάρτυρες τον Ήλιο και την Γαία και τις ακοίμιστες θεές, τις μαύρες Ερινύες, που όλους τους επίορκους σκληρά τους τιμωρούνε. Ορκίζομαι σ` όλους αυτούς τους ύψιστους θεούς μας πως χέρι εγώ δεν άπλωσα στην θεία Βρισηίδα, ούτε μαζί της πλάγιασα στην κλίνη που κοιμάμαι. Μάρτυρες έχω τους θεούς πως ψέματα δε λέω».
Όλοι άκουσαν τον Αγαμέμνονα με απόλυτη σιγή. Έπειτα εκείνος έσφαξε τον κάπρο και ο Ταλθύβιος στριφογυρίζοντας το νεκρό ζώο το εκσφενδόνισε στην αφρισμένη θάλασσα, βορά των ψαριών.
Ο Αχιλλέας πήρε τον λόγο και είπε:
«Δία πατέρα τους θνητούς πολλές φορές τυφλώνεις. Έτσι κι` εγώ τυφλώθηκα από θυμό μεγάλο όταν ο Αγαμέμνονας μου άρπαξε την κόρη. Και αποσύρθηκα εγώ από τις μάχες όλες κι οι Τρώες τόσους σκότωσαν για το δικό μου πείσμα. Αυτά ο Δίας θέλησε, μα τώρα σηκωθείτε, να πάρετε το γεύμα σας κι έπειτα ασυγκράτητοι στον πόλεμο να μπούμε».
Οι Μυρμιδόνες τακτοποίησαν τα δώρα του Αχιλλέα στο πλοίο και στη σκηνή του. Επίσης οδήγησαν τα άλογα που του δώρισε ο Αγαμέμνων στην αγέλη. Οι κόρες και η Βρισηίδα, που έλαμπε σαν την χρυσή Αφροδίτη πήγαν στη σκηνή.
Βρισηῒς δ’ ἄρ’ ἔπειτ’ ἰκέλη χρυσέῃ Ἀφροδίτῃ.
Η Βρισηίδα μόλις αντίκρισε τον νεκρό Πάτροκλο έσυρε θρήνο, αγκάλιασε τον ήρωα και συρομαδιόταν ξεσκίζοντας το πρόσωπο, τα στήθη, το λαιμό της. Είπε στο μοιρολόι της για το μεγάλο άντρα:
« Ω Πάτροκλε μου θεϊκέ, πολυαγαπημένε που ζωντανό σε άφησα μα τώρα πια καλέ μου στον Άδη έφυγες να πας άρχοντα βασιλιά μου. Από κακό σ` άλλο κακό με οδηγεί η Μοίρα. Τρία αδέλφια έχασα και τον καλό μου άντρα τον δοξασμένο Μύνητα που σκότωσε ο Πηλείδης. Κι εσύ καλέ μου Πάτροκλε δεν ήθελες να κλαίω και με κουβέντες όμορφες μου `δινες παρηγόρια. Μου έλεγες βασίλισσα θα γίνω στην Ελλάδα στην Φθία που θα νυμφευτώ τον μέγα Αχιλλέα. Γι αυτή σου την ανθρώπινη τη στάση σου καλέ μου σε κλαίω και οδύρομαι, παρηγοριά δεν έχω».
Τ` 300 Μαζί με την Βρισηίδα έκλαιγαν και μοιρολογούσαν και οι άλλες κοπέλες. Στην πραγματικότητα δεν κλαίγανε τον Πάτροκλο αλλά τους δικούς της νεκρούς η κάθε μία.
Οι αρχηγοί παρακαλούσαν τον Αχιλλέα να φάει κάτι πριν τη μάχη αλλά εκείνος με στεναχώρια τους είπε:
« Φίλοι μη με πιέζεται, δε γίνεται να φάω, με το κρασί και το φαγί ευφραίνεται η καρδιά μου, μα τώρα ούτε μια μπουκιά μπορώ να κατεβάσω γιατί πονώ αβάσταχτα με τον χαμό του φίλου. Θ` αντέξω έτσι νηστικός μέχρι να δύσει ο ήλιος».
Δίπλα στον Αχιλλέα είχαν μείνει ο Αγαμέμνων, ο Μενέλαος, ο Ιδομενεύς, ο θείος Οδυσσέας, ο Νέστωρ, ο Φοίνιξ και ο καθένας με λόγια παρηγορητικά του μιλούσαν για τον χαμό του Πατρόκλου. Εκείνος αδημονούσε να μπει στης μάχης την καταιγίδα. Είπε ένα θρήνο για τον Πάτροκλο:
«Αγαπημένε φίλε, δεν υπάρχεις πια να φροντίσεις για το δείπνο μας και δεν έχω καμιά όρεξη για κρασί και φαγητό πλέον. Ο χαμός σου μου στοιχίζει περισσότερο απ` όσο θα μου στοίχιζε ο θάνατος του πατέρα μου Πηλέα. Ήλπιζα πως αν έπεφτα εδώ στην Τροία να αναλάμβανες το γιο μου Νεοπτόλεμο και να τον πας από την Σκύρο στο ανάκτορο μας στην Φθία».
Ο Ζευς που έβλεπε και άκουγε τον θρήνο των Ελλήνων είπε στην κόρη του την Αθηνά:
«Ω Αθηνά Παλλάδα μου ξέχασες τον Πηλείδη και πια δεν νοιάζεσαι γι` αυτόν τον μέγα πολεμάρχο. Βλέπεις όλοι κινήσανε λίγη τροφή να πάρουν μ` αυτός δεν θέλει τίποτα να βάλει μες στο στόμα γιατί ο πόνος τον κρατά για τον χαμό του φίλου. Πήγαινε κόρη μου καλή νέκταρ και αμβροσία να βάλεις μες στο στήθος του να μην τον φάει η πείνα».
Η Αθηνά που ήθελε κι αυτή να βοηθήσει πέταξε σαν πλατύπτερο στριγγόφωνο γεράκι και βρέθηκε σε μια στιγμή στης μάχης το πεδίο.
Τ 350 Στον Αχιλλέα έσταξε νέκταρ και αμβροσία και δύναμη του έδωσε για το σκληρό αγώνα. Έπειτα γύρισε ξανά στ` ανάκτορο του Δία την ώρα που οι Αχαιοί ορμούσαν για τη μάχη.
Οι περικεφαλαίες άστραφταν η μια δίπλα στην άλλη όπως τα χιόνια λάμπουνε καθώς τα ρίχνει ο Δίας.
Ασπίδες, θώρακες λαμπροί και κοφτερά κοντάρια ορμούσαν σε παράταξη τους Τρώες να νικήσουν. Η λάμψη από τον χαλκό έφτανε στα ουράνια. Ο βροντοκτύπος των ποδιών δίνει ρυθμό και θάρρος κι ο Αχιλλέας βρίσκεται σαν τον θεό στη μέση με τα βαριά κι ανίκητα τα θεϊκά του όπλα. Τρίζει τα δόντια δυνατά, σπίθες στα μάτια έχει και εφορμά ακάθεκτος τους Τρώες να τσακίσει.
Πρώτα τις κνήμες μ` όμορφες κνημίδες προφυλάσσει π` έσφιγγαν τους αστράγαλους με αργυρά κορδόνια. Το στήθος κάλυψε μετά με θώρακα π` αστράφτει. Σπαθί αργυροπλούμιστο κρέμασε εις τους ώμους κι έπειτα πήρε την τρανή, ανίκητη ασπίδα που έλαμπε και φώτιζε σαν νάταν η σελήνη. Στην κεφαλή του φόρεσε την περικεφαλαία που γύρω της χυνότανε ολόχρυσες πλεξούδες.
Όλα τα όπλα του αυτά του ταίριαζαν στο σώμα αφού τα έφτιαξε θεός, ο μέγιστος τεχνίτης, ο Ήφαιστος ο ακριβός, ο γιος του μέγα Δία. Πήρε από τη θήκη του το πατρικό κοντάρι που μόνο αυτός στους Αχαιούς μπορούσε να πετάξει. Δώρο παλιό στον κύρη του το είχε κάνει ο Χείρων.
Τα θεϊκά άλογα και το άρμα του Αχιλλέα τα ετοίμαζαν ο Άλκιμος κι ο Αυτομέδων. Ανέβηκε στο άρμα ο Αχιλλέας και έλαμπε σαν ήλιος δίπλα στον ηνίοχο Αυτομέδοντα.
Ο Πηλείδης μίλησε στα θεϊκά του άλογα:
Τ 398 «Ξάνθε και Βαλίε πάμε να χορτάσουμε πόλεμο αλλά να με φέρετε πίσω ακέραιο και όχι νεκρό όπως φέρατε τον Πάτροκλο».
Ο Ξάνθος που κατάλαβε τα λόγια του Αχιλλέα του απάντησε γέρνοντας το κεφάλι του και όλη η πλούσια, χρυσή χαίτη του σκέπασε το χώμα.
Η Ήρα μίλησε με τη φωνή του Ξάνθου, στον Αχιλλέα:
«Σ` αυτή τη μάχη θα σωθείς ατρόμητε Αχιλλέα μα ξέρεις πως η ώρα σου σιμώνει, πλησιάζει αφού έτσι το θέλησε της Μοίρας το γραμμένο».
Ο Αχιλλέας ο τρανός απάντησε στον Ξάνθο:
«Γνωρίζω Ξάνθε μου καλέ της Μοίρας το γραμμένο, ότι θα πέσω και εγώ μακριά απ` την πατρίδα. Όμως να ξέρεις πως εγώ πριν φύγω για τον Άδη την Τροία την καστρότειχη όλη θα
καταστρέψω».
Κίνησε αμέσως με κραυγή στου πόλεμου τη μπόρα.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στην αγαπημένη φίλη των άδολων χρόνων Μίκα Παπακωνσταντίνου.
