«Ο βούρδουλας κουράζει στο τέλος αυτόν που τον χειρίζεται, ενώ η ελπίδα δύναμης και πλούτου με την οποία μπουκώνονται οι Λευκοί δεν στοιχίζει τίποτα, τίποτα απολύτως» γράφει ο Λουί-Φερντινάν Σελίν σε ένα από τα αρτιότερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας». Και συνεχίζει ανεπιτήδευτα ο ίδιος: «Ας μη μας εκθειάζουν πια την Αίγυπτο και τους Τατάρους τυράννους! Οι αρχαίοι εκείνοι ερασιτέχνες δεν ήταν παρά ξιπασμένοι, άσχετοι στην τέχνη τού να ξεζουμίζουν τ’ όρθιο ζώο από την τελευταία στάλα μόχθου. Δεν ξέρανε οι πρωτόγονοι αυτοί να φωνάζουν “κύριο” τον σκλάβο και να τον βάζουν να ψηφίζει, ούτε να του πληρώνουν την εφημερίδα ούτε, κυρίως, να τον οδηγούν για να τον γιατρέψουν από τα πάθη του».
Περνώντας μέσα από την κόλαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σελίν συνέθεσε το 1932 το «Ταξίδι» του μεταφέροντας στο χαρτί την εσωτερική του απόγνωση με τέτοια βιαιότητα, ωμότητα και σφοδρότητα στον λόγο που, αλήθεια, άφησε τους πάντες άναυδους. Είναι, πράγματι, ένα έργο που ξιφασκεί ανελέητα με τη φρίκη του πολέμου και, ταυτόχρονα, καταδεικνύει τους τρόμους του σύγχρονου ανθρώπου που σωριάζεται μπροστά στους ίδιους τους πόθους, τα πάθη και τις δημιουργίες του.
Μολαταύτα τα σπουδαία, στην περίπτωση του Σελίν υπάρχουν και τα παράδοξα. Διότι ο ίδιος ο Λουί-Φερντινάν αρκετά μετά την έκδοση του τρομακτικού «Ταξιδιού» και πιο συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, θαρρείς, μεταλλάχτηκε και κατέληξε να γίνει ένας λιβελογράφος αντισημίτης-εθνικοσοσιαλιστής. Μάλιστα, κατηγορήθηκε επίσημα για δωσιλογισμό (!), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για έναν πνευματικό και δη ανώτερο πνευματικό άνθρωπο.
Μετά από αυτά κι εφόσον τελείωσε ο πόλεμος προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των επαίσχυντων πράξεών του, ο Σελίν κατέφυγε στον Βορρά (Δανία) και απλώς φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του, τελικώς, επέστρεψε στη χώρα του όπου όμως έζησε ταπεινωμένος, απομονωμένος φέροντας για πάντα τη ρετσινιά του προδότη.
Ισχύει στη λογοτεχνία -όπως σε ολόκληρη την τέχνη άλλωστε- ότι τα μεγάλα έργα ξεπερνούν τους εμπνευστές και δημιουργούς τους. Ωστόσο, όταν αυτοί αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων τα έργα παραμένουν μεν μεγάλα, αλλά συντροφεύουν αδίκως και την πτώση του δημιουργού τους. Ο χρόνος είναι αυτός που ξεδιαλύνει, επιτέλους, τα μεγάλα μεγέθη…
