ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αννα Ματθαίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι καθημερινές υλικότητες του κοριτσιού, η βιωμένη φτώχεια της οικογένειας και του περίγυρου, οι δυσκολίες στα Πετράλωνα της πρώτης μεταπολεμικής-μετεμφυλιακής δεκαετίας αλλά κι οι διαφυγές με το παιχνίδι στο «βουνό» του Φιλοπάππου ή με τα βιβλία, ο φανταστικός κόσμος που μια πιτσιρίκα χτίζει παίζοντας, διαβάζοντας κι ονειροπολώντας αυτά τα δύσκολα χρόνια δίπλα στον Ασύρματο, αποτελούν την προσωπική κατάθεση του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου της Μυρσίνης Ζορμπά. Οπως γράφει, «οι στιγμές των παιδικών μου χρόνων είναι τόσο ζωντανές, αλλά και τόσο παγωμένες μέσα στον χρόνο, την παγωνιά, την ανασφάλεια και τη μοναξιά».

Το πυκνό αυτό κείμενο ιστορικής αποτύπωσης και συνάμα προσωπικής αφήγησης φτιάχνει το στέρεο υπόστρωμα για ό,τι ακολουθεί μέχρι το τέλος. Τα πράγματα αλλάζουν με τη μετακόμιση της οικογένειας και ιδίως όταν η Μυρσίνη γράφεται στο Πανεπιστήμιο: «Στα είκοσί μου, όλα έλιωσαν με τη φοιτητική ζωή και την πολιτική συμμετοχή που ονειρευόμουν από παιδί». Από πριν όμως έχει αρχίσει να γεύεται τους καρπούς της «σύντομης άνοιξης του ’60», που συμπίπτει με το πέρασμα από την εφηβεία στη νεότητά της. Ο χώρος της Αριστεράς, κληρονομιά οικογενειακή, και μετά φοιτήτρια, στα χρόνια της χούντας, μπαίνει στον χώρο της οργανωμένης αντίστασης. Η διαδρομή που ακολουθεί από την Αθήνα στην Ιταλία και πάλι πίσω στην Αθήνα στη Μεταπολίτευση, με τις εκδόσεις του «Οδυσσέα» να επεκτείνονται και την ίδια να μετέχει στις διεργασίες και «στα ψυχοδράματα» της ανανεωτικής Αριστεράς.

Στον χρόνο της αφήγησης κινούνται πολλά πρόσωπα με τα οποία η Μυρσίνη επιδίωξε να συναντηθεί, συνομίλησε και συνεργάστηκε, άλλοτε αρμονικά κι άλλοτε διαφωνώντας· άνθρωποι οικείοι, αγαπημένοι και φίλοι. Μαζί τους έστησε τα μετερίζια της: τις εκδόσεις «Οδυσσέας», τη διατριβή για την κρατική πολιτική για το βιβλίο που υποστήριξε το 1992, το ΕΚΕΒΙ, το Βιομηχανικό Μουσείο της Ερμούπολης, το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού (που παρουσίασε στο «Αρχειοτάξιο» τον Δεκέμβρη του 2022), στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο υπουργείο Πολιτισμού ως σύμβουλος του Θάνου Μικρούτσικου, στον ΟΠΕΚ και στο πολιτικό γραφείο του Κώστα Σημίτη και, βέβαια, στη σύντομη θητεία και πάλι στο υπουργείο Πολιτισμού επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μακρύς και πλούσιος ο χρόνος της αφήγησης, ποιοτικός, της πολιτικής της κουλτούρας, όπως και της βιωτής της.

Οι «Σημειώσεις από την εποχή των προσδοκιών» είναι ένα βιβλίο πολιτικό και ταυτόχρονα προσωπικό. Στον σκληρό πυρήνα του υπάρχει η πολιτική σκέψη, η πολιτική δράση, η πολιτική επιλογή, η πολιτική ωφελιμότητα και, ασφαλώς, η πολιτισμική πολιτική την οποία ιδεάστηκε και για την οποία αγωνίστηκε από τα νεανικά χρόνια μέχρι το 2023. Το σημειώνει στην πυκνή εισαγωγή του και ο Αντώνης Λιάκος, παραθέτοντας μια φράση της Μυρσίνης από το ημερολόγιο του τέλους: «Σκέφτομαι πως υπήρξα πάντοτε, από παιδί, πολιτικό ζώο, και αυτό συνεχίζω να είμαι, κάτι που με οδήγησε και με έσωσε από το χάος που με περιέβαλλε».

Η Μυρσίνη Ζορμπά, πέρα από τα πολλά βιβλία που εξέδωσε στον «Οδυσσέα» και όσα η ίδια μετέφρασε και έγραψε, και πέρα από την πυκνή της αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά, υπήρξε τακτική και συνεπής σχολιάστρια και αναλύτρια της καθημερινής πραγματικότητας, της έγνοιας για τα παιδιά, τις ευάλωτες ομάδες, τη φτώχεια, τις μετανάστριες και τους μετανάστες, την κλιματική κρίση, τα Εξάρχεια και βέβαια για την κρατική πολιτική, την πολιτισμική κουλτούρα και όσα βιβλία διάβαζε μέσα από τη σελίδα της στο facebook. Εγραφε πάντα με άμεσο τρόπο, άλλοτε για να επαινέσει κι άλλοτε για να ψέξει, χωρίς να χαρίζεται –κάποτε με οξύτητα– αλλά πολλές φορές φωτίζοντας τα σκοτάδια όλων μας. Σε μια συνέντευξή της στη Βασιλική Τζεβελέκου στην «Εφημερίδα των Συντακτών», με αφορμή την τελετή βράβευσής της από το Πανεπιστήμιο Sapienza της Ρώμης, στο οποίο είχε φοιτήσει για μεταπτυχιακές σπουδές με υποτροφία του Ιταλικού Ινστιτούτου, σκάρωσε έναν χρόνο πριν από τον θάνατό της τους παρακάτω στίχους:

Βάλθηκες να με τρελάνεις / Στην αγάπη να με πνίξεις / Βάλθηκες να μ’ αναστήσεις / Και στο βάθρο να με στήσεις / Μα εγώ θα μείνω πάντα / Κοριτσάκι Πετραλώνων / Προλεταριάτο σκέτο / Στη φωτιά υπέρ αγώνων / Και τη στάχτη μου στις ρίζες / Απ’ τον τελικό Ριτσώνας / Να ψηλώσει το δεντράκι / Της αγάπης κι ο αγώνας…

Καθώς διάβαζα τις «Σημειώσεις από την εποχή των προσδοκιών» είχα αδιάκοπα την αίσθηση ότι συνεχίζεται μια αδιάκοπη κουβέντα μαζί της κι αυτό οφείλεται βέβαια στη μαστοριά της στο γράψιμο, αλλά κι επειδή γράφοντας το τελευταίο της ζωής της βιβλίο προλαβαίνει τις ερωτήσεις, στέκεται στις αποφάσεις που πήρε ή τις επιλογές της, καθώς αναφέρεται συνέχεια στο μεταβαλλόμενο κλίμα των δεκαετιών, στα γυρίσματα του χρόνου και των ανθρώπων και, ιδιαίτερα στο ημερολόγιο του τέλους, στην «έγνοια τού τώρα» και στην «πορεία προς την ανυπαρξία». Ολα αυτά απαρτίζουν ένα βιβλίο για τη ζωή και για τον θάνατο, μια «μαθητεία» και μια «συναισθηματική αγωγή», που διαβάζεται με οδύνη, αφήνοντας όμως την αύρα μιας γυναίκας με σπάνια δύναμη, θέληση κι έγνοια για τους κοινούς ανθρώπους και τα δημόσια πράγματα.

* Η Αννα Ματθαίου είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Το κείμενο είναι προδημοσίευση από το περιοδικό των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) «Αρχειοτάξιο», (τεύχος 25), που θα κυκλοφορήσει με αφιέρωμα «Από τη Δικτατορία στη Μεταπολίτευση: Ιστορίες μιας μετάβασης».