ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Νιτσιάκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο «λόφος της θάλασσας» (bregu i detit) με τα εφτά χωριά του, γνωστά με το όνομα του πιο μεγάλου, της Χιμάρας, είναι η ίδια η απότομη και δυσπρόσιτη οροσειρά των Κεραυνίων, που παρεμβάλλεται στην παραλιακή ζώνη που αρχίζει στους Αγίους Σαράντα και τελειώνει στον κόλπο της Αυλώνας. Πάνω στις πλαγιές και τις μικρές κοιλάδες αυτών των βουνών βρίσκονται σκαρφαλωμένα τα χωριά Χιμάρα, Κηπαρό, Κούδεσι, Βούνο, Δρυμάδες, Παλάσα και Πήλιουρι, που με τους αγώνες τους εναντίον των Οθωμανών κατακτητών και των τοπικών πασάδων έγιναν σύμβολα ηρωισμού στις συνειδήσεις όλων των ορθοδόξων και κυρίως των Ελλήνων, κατακτώντας μια θέση ανάλογη με εκείνη των Σουλιωτών, με τους οποίους έχουν πολλά κοινά στοιχεία ως προς την κοινωνική τους συγκρότηση και τον τρόπο ζωής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τον μη αμιγώς ελληνόφωνο πληθυσμό της, η περιοχή της Χιμάρας προκάλεσε στο παρελθόν μεγάλη εντύπωση σε ξένους επισκέπτες για το ελληνικό της φρόνημα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τα αλβανόφωνα χωριά της Χιμάρας διατήρησαν τα ελληνικά τους σχολεία μέχρι το 1920 και ότι στο πλαίσιο του αγώνα της ελληνικής μειονότητας για τα ελληνικά σχολεία (1934-36) τα ίδια αυτά χωριά ζήτησαν ελληνικά σχολεία, αλλά η τότε αλβανική κυβέρνηση (Ζώγου) απέρριψε το αίτημά τους.

Οι τελευταίες απογραφές που έγιναν στην περιοχή παρουσιάζουν τον ελληνόφωνο πληθυσμό να υπερέχει αριθμητικά, δίχως όμως να είναι συνεχής και συμπαγής. Τα αμιγώς ελληνόφωνα χωριά εκτός από τη Χιμάρα είναι το Ανω Κηπαρό (Queparo Siperne), οι Δρυμάδες (Dhërmi) και η Παλάσα (Palasë). Τα υπόλοιπα κατοικούνται από αλβανόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς.

Ιστορικά τα χωριά αυτά αποτέλεσαν μια ενότητα, τα οποία χάρη στα προνόμια που απέσπασαν από τους Οθωμανούς κατακτητές, ανέπτυξαν ένα ιδιότυπο καθεστώς αυτοδιοίκησης, στηριγμένο σε μεγάλο βαθμό στο ιδιαίτερο σύστημα κοινωνικής τους συγκρότησης με βάση τις «φάρες», πατροπλευρικές συγγενειακές συσσωματώσεις, ανάλογες με εκείνες των Σουλιωτών. Αυτό δεν σήμαινε σε καμιά περίπτωση εντελώς ασφαλή και ειρηνικό βίο για τους Χιμαριώτες. Αντίθετα, η ιστορική τους πορεία σημαδεύτηκε από συγκρούσεις με όσους κατά καιρούς επιβουλεύτηκαν την αυτονομία τους. Δύο σημαντικές πλευρές της πολυτάραχης ιστορίας τους έχουν να κάνουν με την αναγκαστική φυγή μέρους του πληθυσμού, με τελικό αποτέλεσμα την εγκατάσταση επήλυδων, αλλά και με τους εξισλαμισμούς.

Ετσι διαμορφώνεται ιστορικά ένας μικτός εθνολογικά πληθυσμός, που όμως διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τη συνοχή του με άξονα μια ιδιάζουσα εθνο-τοπική συνείδηση, η οποία συγκλίνει προς την ελληνική εθνική ταυτότητα κατά την τελευταία περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και πριν από την ίδρυση του αλβανικού κράτους. Μπορεί κανείς να κάνει λόγο για έναν ιδιαίτερο πολιτισμικό συγκρητισμό, που αποτυπώνεται σε πολλές εκδοχές της συλλογικής έκφρασης, όπως είναι ο εθιμικός βίος, τα δημοτικά τραγούδια κ.λπ. Για παράδειγμα, ξενίζει το γεγονός ότι οι ελληνόφωνοι τραγουδούν και αλβανικά, ενώ μοιρολογούν στην αλβανική γλώσσα. Αυτός ο συγκρητισμός κι ένας ιδιότυπος «υβριδισμός», που οφείλεται σε διάφορες μετακινήσεις και εγκαταστάσεις επήλυδων διαχρονικά, βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων προβλημάτων διαχείρισης της εθνοτικής και εθνικής ταυτότητας των Χιμαριωτών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τις ελληνο-αλβανικές σχέσεις.

*Καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων