Τα μέτρα που ανακοινώνει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας κινούνται εντός της διεθνώς παρωχημένης πειθαρχικής προσέγγισης, αγνοώντας τα χείριστα αποτελέσματα που αυτή είχε όπου και όποτε εφαρμόστηκε. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι οι τιμωρίες έχουν περιορισμένη αποτρεπτική δράση και τείνουν μόνο να προκαλούν συναισθήματα δυσαρέσκειας και εχθρότητας προς αυτούς που τις επιβάλλουν, δυσκολεύοντας το υποτιθέμενο έργο τους, αυτό της αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας. Αγνοεί η κυβέρνηση τη διεθνή πρακτική που εστιάζει στην πρόληψη του φαινομένου, η οποία και μόνο αυτή συγκρατεί σε χαμηλά επίπεδα την ενδοσχολική βία. Δείχνει όμως να αγνοεί και τη μεγάλη αιτία της έξαρσης της βίας, γενικότερα, και της ενδοσχολικής βίας, ειδικότερα, στη χώρα μας. Που είναι η μεγάλη κοινωνική και οικονομική κρίση για την οποία είναι υπεύθυνη η ίδια η κυβέρνηση. Για αυτό το θέμα αναφέρθηκα στο «Ενδοσχολική βία: ας μιλήσουμε για πρόληψη» («Εφ.Συν.» 12.4.2024).
Αν και η κυβέρνηση έχει ψηφίσει εδώ και σχεδόν 14 μήνες έναν νόμο (τον 5029/23) που κινείται σε εντελώς λάθος κατεύθυνση, μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιήσει ούτε κάτι από όσα ο δικός της νόμος προβλέπει. Παρά μόνο το μοίρασμα αρμοδιοτήτων σε σχολικές μονάδες. Αρμοδιοτήτων που ΘΑ προβούν σε ασαφείς δράσεις για την «επίλυση διαφορών» στη σχολική μονάδα. Τίποτα δεν έχει γίνει σε σχεδιασμό προγραμμάτων για το μέγα θέμα για το οποίο ψηφίστηκε ο νόμος.
Μελετώντας τη διεθνή εμπειρία, δηλαδή τα μέτρα που είχαν θετικά αποτελέσματα στις χώρες της Ε.Ε. όπου εφαρμόστηκαν, καθώς και τις προτάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO, School – based violence prevention: a practical handbook, 2019, και WHO, Life skills education school handbook: prevention of noncommunicable diseases – introduction, 2020) για την εφαρμογή μέτρων πρόληψης της ενδοσχολικής βίας, συμπεραίνουμε πως μια συγκεκριμένη πολιτική για την πρόληψη της ενδοσχολικής βίας πρέπει μεταξύ άλλων:
● Να σχεδιαστεί και να εφαρμοσθεί σε 3 επίπεδα. Πρώτον, με το κεντρικό δίκτυο κατά της ενδοσχολικής βίας σε εθνικό επίπεδο. Δεύτερον, με το σχέδιο δράσης κατά της ενδοσχολικής βίας (σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο). Και τρίτον, την πολιτική του σχολείου με την ανάπτυξη και εφαρμογή συγκεκριμένων προγραμμάτων (στο σχολικό μικροεπίπεδο).
● Το κεντρικό δίκτυο κατά της ενδοσχολικής βίας να είναι η θεσμική δικτύωση μεγάλου αριθμού κυβερνητικών οργανώσεων και φορέων. Με στόχο τον σχεδιασμό και την εφαρμογή εθνικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας. Οι επιστημονικές οργανώσεις ψυχικής υγείας, οι επιστημονικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών, τα πανεπιστήμια, τοπική αυτοδιοίκηση, τα συλλογικά όργανα των γονέων και κηδεμόνων, το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, η αστυνομία, εκπροσωπούνται από τα εθνικά τους όργανα ισότιμα στο κεντρικό δίκτυο.
● Βασική προτεραιότητα των τοπικών αρχών και φορέων (οι παραπάνω αρχές και φορείς αλλά σε τοπικό επίπεδο) να είναι η ενθάρρυνση και υποστήριξη με κάθε τρόπο των σχολικών μονάδων για την ανάπτυξη σχεδίων δράσεως κατά της ενδοσχολικής βίας. Σύμφωνα με τις αρχές και τις οδηγίες που έχει χαράξει το κεντρικό δίκτυο.
● Να συσταθεί συντονιστική ομάδα στο κάθε σχολείο για την αντιμετώπιση της βίας· ομάδα στην οποία θα συμμετέχουν και θα εκπροσωπούνται ισάριθμα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη: εκπαιδευτικοί, η διεύθυνση, οι μαθητές και οι μαθήτριες, οι γονείς. Η συντονιστική ομάδα, η οποία θα πρέπει να συνεδριάζει τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους, να περιλαμβάνει θέσπιση δραστηριοτήτων, επιλογή προγραμμάτων πρόληψης της βίας, επανεξέταση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων, επιλογή προγραμμάτων και προσεγγίσεων πρόληψης. Καθώς και καταγραφή της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων.
● Να αναπτυχθεί μια σχολική πολιτική που να καταδικάζει τη βία και να εφαρμόζεται δίκαια προς όλους και όλες τους μαθητές και τις μαθήτριες.
● Να διαμορφωθεί ένα σχέδιο δράσης του κάθε σχολείου μέσα στο πλαίσιο της εθνικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας.
● Να καθιερωθεί σύστημα τήρησης αρχείων των περιστατικών βίας και του τρόπου αντιμετώπισής τους από το σχολείο.
Στο πλαίσιο της εθνικής πολιτικής που πρέπει να χαραχθεί από το «κεντρικό δίκτυο» πρέπει να προβλεφθούν:
● Ο εμπλουτισμός των προγραμμάτων σπουδών με δραστηριότητες που ενισχύουν δεξιότητες, όπως η επίλυση προβλημάτων, η λήψη αποφάσεων, η κριτική σκέψη, η δημιουργική σκέψη, η επικοινωνία, οι δεξιότητες διαπροσωπικών σχέσεων, η αυτογνωσία, η ενσυναίσθηση, η διαχείριση του στρες και των συναισθημάτων. Ωστε τα παιδιά να μπορούν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, να αντιμετωπίζουν τις συγκρούσεις και να επικοινωνούν αποτελεσματικά με μη επιθετικούς τρόπους.
● Η δημιουργία μηχανισμών, αλληλοϋποστήριξης των εκπαιδευτικών.
● Η ενίσχυση της διοικητικής – γραμματειακής υποστήριξης των ήδη πολύ επιβαρυμένων σε υποχρεώσεις εκπαιδευτικών.
● Η εκπαίδευση και η κατάρτιση των εκπαιδευτικών σε θέματα διαχείρισης της τάξης. Καθώς και κοινωνικών, πολιτιστικών και έμφυλων κανόνων.
● Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στη διαχείριση καταστάσεων όταν τα παιδιά τούς λένε ότι έχουν βιώσει βία.
● Η εκπαίδευση των γονέων στο να αναγνωρίζουν τη βία και να υποστηρίζουν τα παιδιά που τη δέχονται.
Τα παραπάνω είναι μέτρα που θα έπρεπε να έχει μελετήσει η κυβέρνηση. Αν πραγματικά ήθελε έστω να μετριάσει το πρόβλημα της βίας στα σχολεία και αν έβλεπε την παιδεία ως δημόσιο αγαθό. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει μια και για τη κυβέρνηση η παιδεία είναι απλά ακόμη ένα προϊόν προς πώληση, για το οποίο δεν σκοπεύει να ξοδέψει δημόσια κονδύλια σε σχεδιασμούς που κοστίζουν.
* Εκπαιδευτικός, μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
