Η πρόσφατη υιοθέτηση των επί πληρωμή απογευματινών χειρουργείων ανασύρει από τη μνήμη σχετικές ιστορικές στιγμές που αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την επίμονη προσκόλληση της δεξιάς ταξικής ιδεοληψίας και πολιτικής σ’ ένα φανατικό μίσος απέναντι στη γενικευμένη δωρεάν υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη του πληθυσμού και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης.
Ας θυμηθούμε το «ακλόνητο» επιχείρημα του υπουργού: «… εγώ που περιμένω να χειρουργηθώ παραδείγματος χάρη για τη χολή μου και έχω το νούμερο 30 αλλά δεν έχω χρήματα να πληρώσω ούτε στο απογευματινό χειρουργείο, ούτε σε ιδιωτικό νοσοκομείο. Αν από τη λίστα που είναι μπροστά μου, των 30 χειρουργείων, οι 10 πάνε στο απογευματινό χειρουργείο, εγώ από εκεί που έχω το νούμερο 30, θα έχω το νούμερο 20. Και θα πάω αντί για δύο μήνες, σε έναν μήνα. Άρα, εγώ που δεν έχω καθόλου χρήματα, ωφελούμαι από το γεγονός ότι μειώνεται η λίστα καθώς θα χειρουργηθώ γρηγορότερα».
Η συρρίκνωση λοιπόν της λίστας και της αναμονής για πρωινές χειρουργικές επεμβάσεις αλλά και η αύξηση των απολαβών γιατρών, νοσηλευτών/τριών, διοικητικών υπαλλήλων και της χρηματοδότησης των νοσοκομείων, όπως προκύπτει από άλλες συνεντεύξεις/δηλώσεις του πολιτικού προσωπικού του Υπουργείου Υγείας, θα πραγματοποιούνται όχι με ευθύνη του κρατικού προϋπολογισμού αλλά μέσω της απογευματινής ιδιωτικοποίησης των ιδρυμάτων.
Στη συνέχεια, αναφέρομαι σε παρόμοια περιστατικά αρχίζοντας από το γνωστό, αλλά πλέον σήμερα σχεδόν ξεχασμένο, «Μπλόκο των νοσοκομείων της Αθήνας-30/11/1943 και οι εκτελέσεις αναπήρων του αλβανικού μετώπου».
Συγκεκριμένα: «Ο διορισμένος από τους Γερμανούς κατακτητές πρωθυπουργός υποστήριξε ότι επειδή τα νοσοκομεία είχαν καταληφθεί από κομμουνιστές, “δήθεν ανάπηρους”, αποφάσισε να τα “πολιορκήση διά των κρατικών οργάνων της τάξεως”, καθώς “είχον μεταβληθεί εις άντρα λεηλασίας, κακοηθείας, διαρπαγής και αναρχίας”. Η επιχείρηση στέφθηκε με επιτυχία με την απομάκρυνση των “αναρχικών”, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ελεύθερες θέσεις στα νοσοκομεία ώστε να νοσηλεύονται οι πολίτες που πραγματικά έχουν ανάγκη. Λίγες ώρες μετά το μπλόκο στα νοσοκομεία, ο Ράλλης έσπευσε να διαχειριστεί επικοινωνιακά την επιχείρηση βίαιης καταστολής του αντιστασιακού κινήματος, παρουσιάζοντάς την ως πολιτική πρόνοιας για τους κατοίκους της πόλης… θυμίζοντας περισσότερο δηλώσεις πολιτικού σε προεκλογική περίοδο παρά πρωθυπουργού κυβέρνησης συνεργασίας σε μια χώρα κάτω από ξένη στρατιωτική κατοχή» [Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Οι Δωσίλογοι, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2023, σσ. 346, 9. *Αθηναϊκά Νέα, 30 Νοεμβρίου 1943].
»Και οι “δήθεν ανάπηροι” μεταφέρθηκαν στις φυλακές τις οποίες όταν οι ξένοι αντιπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού επισκέφθηκαν, έμειναν κατάπληκτοι από την τραγική κατάσταση των κρατούμενων (σ. 346). Έτσι λοιπόν, είχαν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί διαθέσιμα κρεβάτια για όσους νομοταγείς πολίτες τα είχαν πράγματι ανάγκη και που τόσο πρόθυμα και αποτελεσματικά η κατοχική κυβέρνηση είχε θέσει στη διάθεσή τους ενώ οι “δήθεν” είχαν πλέον μεταβληθεί σε “αληθινούς ανάπηρους”! Σε αρκετούς από αυτούς προσφέρθηκε φιλάνθρωπα η λύτρωση μέσω της εκτέλεσής τους στο Γουδί και το Χαϊδάρι τους επόμενους μήνες (σσ. 347, 9)».
Αναμφίβολα δεν πρόκειται για τυχαία σύμπτωση ύστερα από 81 χρόνια. Παρόλο που στις μέρες μας δεν γίνεται μνεία στην αναρχία των «δήθεν αναπήρων». Η λέξη αυτή προνομιακά, και σχεδόν περιοριστικά, απαντάται πλέον σε περιγραφές πανεπιστημιακών και νεολαιίστικων χώρων. Και πώς άλλωστε θα μπορούσε να γίνει επίκληση των όρων «λεηλασία», «διαρπαγή» και «κακοήθεια», όταν αυτές οι ιδιότητες δεν μπορούν να απηχούν βέβαια τις ενέργειες όσων χρήζουν νοσοκομειακής περίθαλψης αλλά αντίθετα τη διακηρυγμένη σε όλους τους τόνους στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής: τη μετατροπή του ΕΣΥ σε «εσύ», που είχα χρησιμοποιήσει ως τίτλο σε ένα άρθρο στην ΑΥΓΗ (25/8/2013) σχολιάζοντας τις δηλώσεις του βιβλιοπλασιέ-υπουργού Υγείας, σημερινού και της τότε εποχής. Εκεί είχα περιλάβει και το εξής σχετικό απόσπασμα από το μυθιστόρημα-σύμβολο του Robert Tressell, The Ragged Trousered Philanthropists, Penguin Books, London, 2004 (copyright 1914), που αποτελεί, όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, την πρώτη αυθεντική παρουσίαση της εργατικής ζωής στην Αγγλία των αρχών του περασμένου αιώνα και ένα συγκινητικό παιάνα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που γαλούχησε και ενέπνευσε γενιές πολιτικών ακτιβιστών.
Παραθέτω: «Κάθε Σάββατο, όλο τον χρόνο, όταν οι άνδρες πληρώνονταν, υπήρχε η συνήθεια να ρίχνουν μια ή δυο πένες στο κουτί του νοσοκομείου. Με αυτό τον τρόπο γινόταν η καταβολή των εισφορών από κάθε επιχείρηση και εργαστήριο της πόλης. Τα αφεντικά κατά καιρούς παρέδιναν αυτά τα κουτιά στις διοικήσεις των νοσοκομείων και σε αντάλλαγμα έπαιρναν εισιτήρια (κουπόνια), που τα έδιναν σε όποιον τα είχε ανάγκη και τα ζητούσε. Ο εργοδότης έπρεπε να συμπληρώνει στο κουπόνι ή στο έντυπο της αίτησης το όνομα και τη διεύθυνση του ατόμου που υπέβαλε την αίτηση και να βεβαιώσει ότι, σύμφωνα με τη γνώμη του, το άτομο αυτό είχε πράγματι ανάγκη και ήταν το κατάλληλο για να γίνει αποδέκτης της φιλανθρωπίας» (σσ. 727,8).
Και συνέχιζα: «…το είδος της κοινωνίας που επιχειρείται να μας επιβληθεί ξεδοντιάζει και κονιορτοποιεί το ΕΣΥ και η ιατρική φροντίδα που παρείχε ως τώρα το δημόσιο σύστημα μεταβιβάζεται στην ατομική ευθύνη και την ιδιωτική πρωτοβουλία, με ό,τι αυτό πολιτικά και κοινωνικά συνεπάγεται. Εσύ πρέπει να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, εσύ πρέπει να φέρεις το βάρος του κινδύνου, εσύ πρέπει να το πάρεις απάνω σου, εσύ πρέπει να επωμιστείς το φορτίο».
Όλα αυτά εγγράφονται στην άσβεστη διαχρονική απέχθεια της νεοφιλελεύθερης άρχουσας τάξης (και όχι προφανώς μόνον της ελληνικής) για την ύπαρξη και διατήρηση ενός ισχυρού ανθεκτικού και αποτελεσματικού ΕΣΥ. Όπως συμβαίνει και με τις λεοπαρδάλεις που διαχρονικά δεν αλλάζουν τις βούλες τους (και για να χρησιμοποιηθούν όροι πιο ενδεδειγμένοι με τα όσα έχουν παρατεθεί: τα στίγματα ή τις κηλίδες τους). Πράγματι, «του χοίρου το μαλλί δε γίνεται μετάξι».
*Ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, ΕΚΠΑ
