Αποκλειστική αρμοδιότητα να ακυρώνει την ανακήρυξη βουλευτών έχει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο που, όταν δικάζει τέτοιες υποθέσεις, είθισται να το αποκαλούμε εκλογοδικείο. Συγκροτείται από έντεκα μέλη: τις προέδρους των τριών ανώτατων δικαστηρίων (Συμβούλιο της Επικρατείας, Αρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο), τέσσερις συμβούλους επικρατείας και τέσσερις αρεοπαγίτες.
Η παραγγελία για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά βουλευτών για το αδίκημα της εξαπάτησης εκλογέων δεν συνδέεται, τουλάχιστον όχι άμεσα, με τη δίκη στο εκλογοδικείο. Ενδεχόμενη καταδίκη τους δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και ακύρωση της ανακήρυξής τους. Είναι δύο απολύτως διακριτές διαδικασίες. Στην πράξη, άλλωστε, δεδομένου ότι οι ενστάσεις κατά βουλευτών των Σπαρτιατών έχουν ήδη συζητηθεί, η απόφαση του εκλογοδικείου θα εκδοθεί εντός των επόμενων μηνών, πολύ νωρίτερα από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Επί της ουσίας της υπόθεσης, το εκλογοδικείο καλείται να πάρει μια απόφαση που, αντίθετα με όσα παρουσιάζονται, κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι. Καλείται να κρίνει αν το κόμμα Σπαρτιάτες παρέβη την εκλογική νομοθεσία με τη συμμετοχή του στις τελευταίες εκλογές για τον λόγο ότι πίσω από την εικονική ηγεσία του κρυβόταν καταδικασμένος για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης νεοναζί. Μια τέτοια κρίση θα σημαίνει ότι έσφαλε ο Αρειος Πάγος (πέντε μέλη του οποίου συμμετέχουν, θυμίζω, στο εκλογοδικείο) που πριν από τις εκλογές ενέκρινε τη συμμετοχή του συνδυασμού.
Και, κυρίως, το εκλογοδικείο δεν θα εκφέρει μια τέτοια κρίση αγνοώντας τις συνέπειές της. Η συνέπεια της ακύρωσης της ανακήρυξης βουλευτών λόγω παράνομης συμμετοχής του συνδυασμού στις εκλογές, δηλαδή για εκλογική παράβαση και όχι για έλλειψη νόμιμου προσόντος –τεχνικά μιλώντας, για τον λόγο της παρ. 2 και όχι της παρ. 1 του άρθρου 32 Κώδικα ΑΕΔ–, είναι η επανάληψη των εκλογών στις περιφέρειες όπου εκλέχθηκαν βουλευτές του συνδυασμού.
Τα σενάρια που διακινούνται για κατανομή των εδρών στους υπόλοιπους συνδυασμούς δεν έχουν έρεισμα στον νόμο. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα ψήφιζαν οι ψηφοφόροι τους αν οι Σπαρτιάτες απουσίαζαν από τις εκλογές. Δυστυχώς, φαίνεται πως συνεχίζεται και στο δικαστικό πλέον επίπεδο ο βολονταρισμός που επέδειξε –με παταγώδη αποτυχία– ο νομοθέτης μέχρι τώρα.
Οτι, επειδή θέλουμε να αποκλείσουμε από τη Βουλή νεοναζί και συνοδοιπόρους (επιλέγω σκόπιμα τη λέξη, για να θυμίσω οικεία κακά), θα μετέλθουμε κάθε νομικό μέσο είτε είναι νόμιμο είτε όχι. Ο μεγάλος κίνδυνος της λεγόμενης μαχόμενης δημοκρατίας είναι όταν, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της, σύρεται σε εκπτώσεις σε δημοκρατία και κράτος δικαίου. Είναι επιτακτική ανάγκη να πολεμήσουμε το τέρας. Αλλά χωρίς να του μοιάσουμε στην πορεία.
Και ένα ερώτημα: Γιατί εκτελεστική και δικαστική εξουσία δεν έχουν κινήσει διαδικασίες διερεύνησης και απονομής ευθυνών για το μείζον σκάνδαλο της απροκάλυπτης και ανενόχλητης διαδικτυακής προεκλογικής εκστρατείας του καταδικασμένου νεοναζί ηγέτη μέσα από τις φυλακές;
*Αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ
