Οι Ελληνες πολίτες και ο συνταγματικός λαός παρακολούθησαν τις κοινοβουλευτικές διεργασίες επί τριήμερο με αφορμή την πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε η αντιπολίτευση. Ηδη τα πολιτικά συμπεράσματα έχουν καταστεί αντικείμενο επεξεργασίας απ’ όλους τους παράγοντες της πολιτικής και ειδικότερα της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Αυτό που για μένα όμως έχει ιδιαίτερη σημασία είναι αυτό το «πράγμα» που στην πολιτικο-δημοσιογραφική γλώσσα ονομάζεται «ποιότητα της δημοκρατίας». Δεν χρειάζεται κανείς να επικαλεστεί τον Μοντεσκιέ και τη θεωρία του για τη διάκριση των εξουσιών. Ούτε έχει κανένα νόημα για μένα να επικαλεστώ τις θεμελιώδεις ερμηνευτικές ιδέες της θεωρίας του «επικοινωνιακώς πράττειν» (Habermas), για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στο πολιτικό σύστημα της χώρας μας. Επί του προκειμένου και ο Μοντεσκιέ και ο Χάμπερμας ερμήνευσαν την εποχή τους «κατασκευάζοντας» ερμηνευτικά σχήματα. Και η μία ιδέα (του Μοντεσκιέ) και η άλλη (του Χάμπερμας) έχουν καταστεί αναπόσπαστο δομικό στοιχείο κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος.
Στις σύγχρονες όμως συνθήκες της παγκοσμιοποίησης οι φιλοσοφικές ιδέες είτε εντάσσονται είτε απορρίπτονται στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες. Ας σημειώσω ακόμη και το εξής: η ρυθμιστική και η κανονιστική λειτουργία της φιλοσοφίας αποτελεί τελικά το κριτήριο της «καλής κοινωνίας», της «ορθής κοινωνίας».
Μετά το τέλος της τριήμερης συζήτησης στο Κοινοβούλιο προέκυψαν μείζονα πολιτικά ζητήματα τα οποία αναφέρονται στην πολιτική αυτοσυνείδηση του τόπου μας. Θα αναφέρω μόνο δύο και αυτά στο πλαίσιο μιας ενδεικτικής παθογένειας του πολιτικού συστήματος. Το πρώτο ζήτημα είναι το εξής: οι διαβουλεύσεις, οι συζητήσεις και ο διάλογος τελικώς στη Βουλή δεν είχαν καμία σχέση μ’ αυτό που ονομάζουμε: πνεύμα πολιτικής επικοινωνίας και συνεννοητικής δημιουργίας. Και το δεύτερο ζήτημα (το οποίο τελικά είναι και το σημαντικότερο), το ίδιο το κοινοβούλιο ως θεσμός της Δημοκρατίας (με το Δ κεφαλαίο) δεν έκανε το απλό και στοιχειώδες βήμα να επιλυθεί η σύγκρουση και η διαμάχη που εδώ και δεκαετίες ταλανίζει την ελληνική πολιτική κοινωνία. Και όσοι ερωτούν ποια είναι αυτή η σύγκρουση δεν θα τους απαντήσω εγώ! Η ίδια η πολιτική πραγματικότητα έχει τη δική της κανονιστική δύναμη. Και καταλήγω ως εξής: όσο το ίδιο το ελληνικό κοινοβούλιο αποφεύγει να επιλύσει τη σύγκρουση ανάμεσα στη συνταγματική πολιτική εξουσία από τη μία και την κοινωνική ομάδα των οικονομικώς ισχυρών από την άλλη, τόσο η ελληνική πολιτική δημοκρατία δεν θα χαρακτηρίζεται καχεκτική (κατά τον Ηλία Νικολακόπουλο), αλλά «ανάπηρη». Κάνω ακόμα ένα θεωρητικο-πολιτικό βήμα: η δημοκρατία στον τόπο μας έχει αποκτήσει ένα «δύσμορφο» πρόσωπο.
*Πολιτικός φιλόσοφος
