Ας δούμε ορισμένα στοιχεία που είναι ήδη εμπειρικά επιβεβαιωμένα. Το πρώτο ήταν ο αιφνιδιασμός των περισσότερων χωρών από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2007-2008. Εδειξε αδυναμίες στους καταναγκασμούς της νέας οικονομικής πραγματικότητας. Και επηρέασε τους τομείς της δημόσιας πολιτικής – και την υγεία. Στην παγκόσμια οικονομική περιδίνηση, από το 2009 (έτος εισόδου της Ελλάδας στην ύφεση), η ελληνική περίπτωση καταγράφηκε ως μία από τις χειρότερες και επίμονες ως προς τις συνέπειες και ως προς τη διάρκειά της για την κοινωνία και την οικονομία. Το 2014, το 36% των ανθρώπων στην Ελλάδα βρέθηκαν σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ το μέσο διαθέσιμο ετήσιο εισόδημα ήταν το χαμηλότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
Η φωτογραφία έχει καταλήξει να είναι ένας τρόπος άρνησης της εμπειρίας. | Σούζαν Σόνταγκ, Αμερικανίδα συγγραφέας, κριτικός, ακτιβίστρια
Οταν η χώρα κατέγραφε, από το 2009, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, ήταν βέβαιο ότι το σύστημα υγείας, του οποίου η χρηματοδότηση στηρίζεται στις ασφαλιστικές εισφορές, θα αντιμετώπιζε πρόβλημα οικονομικής βιωσιμότητας. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο δημοσιονομικής προσαρμογής, οι κοινωνικές δαπάνες υγείας παρουσίασαν μέση ετήσια μείωση κατά τα πρώτα έξι χρόνια της κρίσης της τάξης του 6,6%, μετατοπίζοντας έτσι στα –ήδη επιβαρυμένα– νοικοκυριά σημαντικό βάρος της δαπάνης για νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη. Ενώ όμως η ζήτηση υπηρεσιών υγείας από δημόσιες δομές αυξήθηκε, η δημόσια χρηματοδότηση των νοσοκομείων μειώθηκε από τα 6,9 δισ. το 2009 στα 4 δισ. ευρώ το 2015. Για την ίδια περίοδο, με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η συνολική κατά κεφαλήν δημόσια δαπάνη υγείας στην Ελλάδα ήταν η χαμηλότερη κατά 52,1% σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι χαμηλές επενδύεις στην υγεία συνεχίζονται και σήμερα.
Το δεύτερο στοιχείο ήταν -ξανά- ο παγκόσμιος αιφνιδιασμός των χωρών από την πανδημία Covid-19. Η κρίση ήταν περίπου αναμενόμενη με βάση τις προειδοποιήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας – πολύ πριν από το 2020. Εντούτοις, αιφνιδίασε και ξεγύμνωσε τις ήδη υπάρχουσες αδυναμίες του οικονομικού συστήματος για κοινωνικές αντιδράσεις και μεγάλωσε τις ουρές της χρηματοοικονομικής κρίσης, όσον αφορά την παραγωγή πολλαπλών κρίσεων. Οξύνθηκε η επισφάλεια επιχειρήσεων, αυξήθηκε η ανεργία – που σημαίνει, αύξηση φτώχειας και κοινωνικών αποκλεισμών, με παράλληλη αύξηση μιας σειράς αναμενόμενων παθογενών φαινομένων. Αυξήθηκε το ιδιωτικό παγκόσμιο χρέος, ήρθαν στο προσκήνιο οι συνέπειες του λιγότερου κράτους, της μείωσης των δαπανών για δομές όπως η υγεία ή η παιδεία ή, ακόμα, και η προστασία του περιβάλλοντος. Σημαντικό πρόσθετο απότοκο της πανδημίας ήταν η συρρίκνωση της δημόσιας σφαίρας. Η κυβέρνηση, λόγου χάρη, βρήκε την ευκαιρία υπερεξουσιών και διευθετήσεων με διατάγματα έκτακτης ανάγκης – κάτι που ήταν στις πολιτικές της όσον αφορά τη μείωση των ατομικών ελευθεριών, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της πολιτικής διαφωνίας.
Οι μεγάλες υφέσεις της προηγούμενης δεκαετίας επηρέασαν άμεσα τις επιλογές μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συμφωνίας για μείωση των δαπανών και επιλογή πολιτικών λιτότητας. Ολα τα επίσημα στοιχεία συνηγορούν ότι η υγεία και η πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας επηρεάζονται άμεσα από την κρίση, καθώς τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και οι μειώσεις των δαπανών κοινωνικής προστασίας συνδέονται ιστορικά με επιδείνωση των δεικτών υγείας και ανεπαρκή πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Αλλά εάν η προηγούμενη εμπειρία έδειξε ότι η αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης έγινε με το «σύνηθες μοτίβο» της διάσωσης των υπευθύνων και της τιμωρίας εκείνων που ευθύνονταν λιγότερο, οι σημερινές περιπτώσεις μεταχείρισης της δημόσιας παιδείας (ιδιωτικά πανεπιστήμια και παραβίαση του Συντάγματος) και της δημόσιας υγείας (νομιμοποίηση της πρακτικής των μαύρων αμοιβών και αύξηση των ιδιωτικών δαπανών) επιβεβαιώνουν ξανά τη «συνήθη πρακτική». Η προσφορά της δημόσιας υγείας γίνεται με εισοδηματικά κριτήρια. Οποιος έχει και μπορεί σώζεται. Οποιος δεν έχει και δεν μπορεί απλά δεν υπάρχει ή, τέλος, πεθαίνει.
Η φωτογραφία του υπουργού κ. Αδωνη Γεωργιάδη πάνω από το κρεβάτι του «τυχερού» χειρουργημένου ασθενούς ήταν μια ντροπιαστική φωτογραφία. Η παραβίαση της αξιοπρέπειας στην υπηρεσία της κουλτούρας της «επιτυχούς πολιτικής».
Είχε σκοπό τη «διαφήμιση» των απογευματινών χειρουργείων. Προφανώς, όλα για την επικοινωνία. Επιπλέον, γεννά φορτίσεις και απορίες. Δείχνει αδιαφορία για τον επιθυμητό επαναπροσδιορισμό της εθνικής πολιτικής υγείας και απουσία κάποιας πολιτικής μακροπρόθεσμης και βιώσιμης ανάπτυξης. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, εξαιρεί την υπόθεση της προστασίας του συνόλου. Ειδικότερα, παραβιάζει τη σαφή προτεραιότητα των ευάλωτων ατόμων και κοινωνικών ομάδων. Μάλλον αγνοεί την αναγκαιότητα ενός αποτελεσματικού εθνικού συστήματος υγείας, με αναδιάρθρωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και της ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής.
Η φωτογραφία «παγώνει» τις κυβερνητικές εμμονές. Επιβεβαιώνει το αξίωμα της κυβέρνησης «λιγότερο κράτος». Με την αγοραία αντιμετώπιση βασικών λειτουργιών, κανονικοποιεί την υποχρηματοδότηση, την υποστελέχωση και την αδιαφορία του τύπου «πάμε κι όπου βγει»: στην υγεία σήμερα, στην παιδεία εχθές.
