Αριστοφάνους Όρνιθες. Στίχοι 92 – 126. Απόσπασμα
Οι «Όρνιθες» ανέβηκαν από τον Αριστοφάνη το 414 π. Χ. στα Μεγάλα Διονύσια μέσα στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Απέσπασαν το β` βραβείο.
Εκφράζουν την τάση για φυγή από πολέμους, δίκες και την πνιγηρή συνάφεια των πόλεων. (1). Οι Αθηναίοι ψάχνουν την ουτοπία του « απράγμονα τόπου», του τόπου που δεν πράττεις αλλά είσαι χαλαρός και ξεκούραστος. Αναζητούν έναν αδρανή, ξεκούραστο, ξέγνοιαστο τόπο. Αναζητούν μια ουτοπία. Έναν « ου τόπον». Ο Αριστοφάνης ανακαλύπτει έναν τέτοιο απράγμονα τόπο και τον προσφέρει στην παγκόσμια τέχνη.
Έποψ: ἦν γάρ, ὦ ξένοι, ἄνθρωπος, στ. 97, 98. Άνθρωπος ήμουν κάποτε αγαπητοί μου ξένοι.
Στ. 92. Έποψ ( Τσαλαπετεινός): ἄνοιγε τὴν ὕλην, ἵν᾽ ἐξέλθω ποτέ.
Ευελπίδης: ὦ Ἡράκλεις, τουτὶ τί ποτ᾽ ἐστὶ θηρίον;
τίς ἡ πτέρωσις; τίς ὁ τρόπος τῆς τριλοφίας;
Έποψ τίνες εἰσί μ᾽ οἱ ζητοῦντες; Ευελπίδης οἱ δώδεκα θεοὶ
εἴξασιν ἐπιτρῖψαί σε. Έποψ: μῶν με σκώπτετον
ὁρῶντε τὴν πτέρωσιν; ἦν γάρ, ὦ ξένοι,
ἄνθρωπος. Ευελπίδης: οὐ σοῦ καταγελῶμεν. Έποψ ἀλλὰ τοῦ;
Ευελπίδης. τὸ ῥάμφος ἡμῖν σου γέλοιον φαίνεται.
100 Έποψ. τοιαῦτα μέντοι Σοφοκλέης λυμαίνεται
ἐν ταῖς τραγῳδίαισιν ἐμέ, τὸν Τηρέα.
Ευελπίδης. Τηρεὺς γὰρ εἶ σύ; πότερον ὄρνις ἢ ταὧς;
Έποψ. ὄρνις ἔγωγε. Ευελπίδης κᾆτά σοι ποῦ τὰ πτερά;
Έποψ. ἐξερρύηκε. Ευελπίδης. πότερον ὑπὸ νόσου τινός;
Έποψ οὔκ, ἀλλὰ τὸν χειμῶνα πάντα τὤρνεα
πτερορρυεῖ, κᾆτ᾽ αὖθις ἕτερα φύομεν.
ἀλλ᾽ εἴπατόν μοι σφὼ τίν᾽ ἐστόν; Ευελπίδης. νώ; βροτώ.
Έποψ. ποδαπὼ τὸ γένος; Ευελπίδης. ὅθεν αἱ τριήρεις αἱ καλαί.
Έποψ. μῶν ἡλιαστά; Εελπίδης. μἀλλὰ θἀτέρου τρόπου,
ἀπηλιαστά. Έποψ. σπείρεται γὰρ τοῦτ᾽ ἐκεῖ
τὸ σπέρμ᾽; Ευελπίδης. ὀλίγον ζητῶν ἂν ἐξ ἀγροῦ λάβοις.
Έποψ. πράγους δὲ δὴ τοῦ δεομένω δεῦρ᾽ ἤλθετον;
Ευελπίδης. σοὶ ξυγγενέσθαι βουλομένω. Έποψ. τίνος πέρι;
Ευελπίδης. ὅτι πρῶτα μὲν ἦσθ᾽ ἄνθρωπος ὥσπερ νώ ποτε,
κἀργύριον ὠφείλη σας ὥσπερ νώ ποτε,
κοὐκ ἀποδιδοὺς ἔχαιρες ὥσπερ νώ ποτε·
εἶτ᾽ αὖθις ὀρνίθων μεταλλάξας φύσιν
καὶ γῆν ἐπέπτου καὶ θάλατταν ἐν κύκλῳ,
καὶ πάνθ᾽ ὅσαπερ ἄνθρωπος ὅσα τ᾽ ὄρνις φρονεῖς.
120ταῦτ᾽ οὖν ἱκέται νὼ πρὸς σὲ δεῦρ᾽ ἀφίγμεθα,
εἴ τινα πόλιν φράσειας ἡμῖν εὔερον
ὥσπερ σισύραν ἐγκατακλινῆναι μαλθακήν.
Έποψ. ἔπειτα μείζω τῶν Κραναῶν ζητεῖς πόλιν;
Εελπίδης. μείζω μὲν οὐδέν, προσφορωτέραν δὲ νῷν.
Έποψ. ἀριστοκρατεῖσθαι δῆλος εἶ ζητῶν. Ευελπίδης. ἐγώ;
ἥκιστα· καὶ τὸν Σκελλίου βδελύττομαι.
καὶ μηδαμῶς ἄλλως ποήσῃς· εἰ δὲ μή,
μή μοι τότ᾽ ἔλθῃς, ὅταν ἐγὼ πράττω κακῶς.»
(Έποψ) Τσαλαπετεινός, πίσω από τα δέντρα.
Ανοίξτε μου..βγάλτε τα κλαδιά, να ᾽βγω επιτέλους
Παρουσιάζεται με τα φτερά του χούρδικα και μαδημένα.
Ευελπίδης: Ω Ηρακλή μου τι θηρίο είναι αυτό;
Κοίτα φτερούγες· κοίτα τριπλό λοφίο.
Τσαλαπετεινός. Ποιοί με ζητούν; Ευελπίδης. Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου
σε έχουνε μαδήσει. Τσαλαπετεινός. Τα φτερά μου
κοιτάτε πως κατάντησαν και με περιγελάτε; Άνθρωπος ήμουν κάποτε αγαπητοί μου ξένοι.
Ευελπίδης. Δε γελάμε μ` εσένα. Τσαλαπετεινός. Με ποιόν γελάτε;
Ευελπίδης. Το ράμφος σου είναι γελοίο. Μ` αυτό γελάμε.
100Τσαλαπετεινός. Στις τραγωδίες ο Σοφοκλής σε τέτοια
χάλια με δείχνει, εμένα, τον βασιλιά Τηρέα.(2)
Ευελπίδης. Είσαι άνθρωπος, πουλί ή παγόνι;
Τσαλαπετεινός. Πουλί. Ευελπίδης. Πού είναι τα φτερά σου;
Τσαλαπετεινός. Μαδήσανε, πέσανε Ευελπίδης. Από αρρώστια; Τσαλαπετεινός. Όχι. Όλων
των πουλιών τα φτερά, σα χειμωνιάζει,
πέφτουνε κι έπειτα βγάζουν άλλα.
Ποιοί είστε; Ευελπίδης. Είμαστε άνθρωποι θνητοί. Τσαλαπετεινός. Ποια είναι η πατρίδα σας; Ευελπίδης. Ο τόπος που έχει τις ανίκητες τριήρεις.
Τσαλαπετεινός. Είστε δικομανείς; Ευελπίδης. Όχι είμαστε
εναντίον των δικών. Τσαλαπετεινός. Τέτοιος σπόρος που φέρνει δίκες φυτρώνει στον τόπο σας;
Ευελπίδης. Αν ψάξεις, βρίσκεις τέτοιο σπόρο στα χωράφια μας.
Τσαλαπετεινός. Κι ποια ανάγκη σας έφερε εδώ ψηλά;
Ευελπίδης. Εσένα ψάχναμε να βρούμε. Τσαλαπετεινός. Για ποιό θέμα με ζητάτε;
Ευελπίδης. Όπως εμείς έτσι κι εσύ ήσουν κάποτε άνθρωπος
κι εσύ λεφτά χρωστούσες όπως κι εμείς, κι εσύ δεν πλήρωνες τα χρέη σου και χαιρόσουν γι αυτό, όπως κι εμείς. Έπειτα μετάλλαξες τη φύση σου και έγινες πουλί και πετούσες πάνω από στεριές και θάλασσες. Έτσι βλέπεις και γνωρίζεις όσα γνωρίζουν οι άνθρωποι και τα πουλιά μαζί. Γι αυτό ικέτες ήλθαμε σε σένα Έποπα να μας φωτίσεις, να μας πεις που θα βρούμε μια πόλη να είναι άνετη πολύ με μαλακά κρεβάτια.
Τσαλαπετεινός. Απ᾽ την Αθήνα θέλετε να είναι πιο μεγάλη;
Ευελπίδης: Πιο άνετη και χαλαρή. Δεν είπα πιο μεγάλη.
Έποπας: Θέλετε να σας κυβερνά η αριστοκρατία;
Ευελπίδης: Ούτε που να το σκέφτεσαι. Δε συμπαθώ καθόλου τα κόμματα τα Αριστοκρατικά. Ακόμα και τον Αριστοκράτη το γιο του Σκελία αποφεύγω, λόγω ονόματος.
Περίληψη των Ορνίθων του Αριστοφάνους.
Οι Αθηναίοι φίλοι, Πεισθέταιρος και Ευελπίδης, αναζητούν τον Έποπα ( Τσαλαπετεινό) που είναι βασιλιάς των πουλιών. Πριν γίνει πουλί ο Έποψ ήταν άνθρωπος, ο βασιλιά Τηρέας. Θέλουν να μάθουν από τον Έποπα που έχει εποπτεία του κόσμου από ψηλά, αν υπάρχει μια πόλη χωρίς πολέμους, δίκες, χρέη, υποχρεώσεις και έγνοιες. Θέλουν τον απράγμονα τόπο, τον τόπο που δεν πράττεις, δεν κουράζεσαι και κοιμάσαι πολύ.
Ο Έποψ δεν έχει να προτείνει ένα τέτοιο τόπο.
Ο Πεισθέταιρος προτείνει να ιδρύσουν την πόλη των πουλιών στον αέρα ανάμεσα στις πόλεις των ανθρώπων και στον ουράνιο κόσμο των θεών.
Τα πουλιά δε θέλουν να συνεργαστούν με ανθρώπους και κατηγορούν τον Έποπα. Ο Πισθέταιρος, σαν γνήσιος Αθηναίος, πείθει τα πουλιά να ιδρύσουν την εναέρια πόλη Νεφελοκοκκυγία. Οι θεοί πλέον δεν θα απολαμβάνουν τις υπέροχες οσμές των θυσιών αφού η Νεφελοκοκκυγία θα εμποδίζει την τσίκνα να φτάσει στους ουράνιους θεούς.
Πριν χτιστεί η πόλη καταφθάνουν πολλοί επιτήδειοι: Ιερέας και πολλοί πονηροί εκμεταλλευτές. Ο Πισθαίτερος τους απομακρύνει. Το τείχος της Νεφελοκοκκυγίας ολοκληρώνεται.
Οι θεοί ανησυχούν για τις οσμές των θυσιών που δε φτάνουν σ` αυτούς. Ορίζονται διαπραγματεύσεις.
Η κωμωδία τελειώνει με το γάμο του Πισθέταιρου με τη νεαρή θεά Βασιλεία.
(1) Κωνσταντίνος Καβάφης, «Όσο μπορείς», 1913.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
(2). Τα σχετικά με τον βασιλιά Τηρέα τα περιγράφει ο Σοφοκλής στην τραγωδία Τηρεύς που δεν σώθηκε.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στους αγαπημένους: Ιωάννα – Μαρίνα, Ειρήνη, Κωνσταντίνο, Χαραλάμπη, Νικολή.
