ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εζησεν εν ιδρώτι του προσώπου του… Απέθανεν, ο πτωχός… και εύρεν ανάπαυσιν. Το σώμα του, το αποκαμωμένον και βασανισμένον, το κυρτωθέν από το σκύψιμον και από το φόρτωμα, ίσαξε και έγινεν ευθύ επί της νεκρικής κλίνης.
Αλ. Παπαδιαμάντης, «Φιλόστοργοι», 1895

Οσοι γνώριζαν τον Παπαδιαμάντη, μιλούσαν για άνθρωπο απροσπέλαστο, σφαλιστό και μυγιάγγιχτο. Ηταν ήσυχος, ντροπαλός, αμίλητος, ακατάδεχτος, αθόρυβος. Ο Δροσίνης τον θυμάται ως ακοινώνητο και φυγάνθρωπο, που έτρεμε μην πέσει στα λόγια και στην ειρωνεία του κόσμου. Ηταν σκυμμένος σε μια απόμερη γωνιά του γραφείου του στο «Αστυ», όταν το διηύθυναν ο Θέμος Αννινος και ο Δ. Κακλαμάνος· τυλιγμένος σε σύννεφο καπνού, εξοφλούσε τις γνωριμίες του με μια καλησπέρα ή μια καληνύχτα και ήταν από τις νυχτερίδες των εφημερίδων.

Ζητούσε τη μοναξιά και έβρισκε ευχαρίστηση στην απομόνωση. Αυτοί που είχαν μια επαφή μαζί του ομολογούσαν πως ποτέ δεν κατόρθωσαν να δουν και να μάθουν το χρώμα των ματιών του. Οσοι τον πλησίαζαν ήταν λίγοι και μετρημένοι. Εκτός από τον Μωραϊτίδη, απέφευγε τους λογίους. Ακόμα και ο Νιρβάνας, που ήταν θαυμαστής και συμπατριώτης του, σπάνια χάρηκε τη συναναστροφή του (Σκιαθίτες και Σκοπελίτες νοούνται συμπατριώτες).

Ο Γ. Βαλέτας, στο έργο του για τη ζωή και την εποχή του Παπαδιαμάντη, μιλάει για τον φυγόκοσμο στους δρόμους της Αθήνας. Τυλιγμένος στο παλτό του, ο κυρ Αλέξανδρος έδειχνε ακατατόπιστος. «Θα τον έπαιρνες για επαρχιώτη κατατρεγμένο, που πρωτοέρχεται στην πόλη και δεν μπορεί να προσανατολιστεί. Ετοιμος να κάνει μεταβολή ή στροφή δεξιά, αριστερά στο πρώτο σοκάκι, όπου του φυσούσε ο άνεμος. Επιανε πάντα τις άκρες των δρόμων, πήγαινε λοξοδρομώντας, ανάλογα με τα εμπόδια… Τα χέρια στην τσέπη, μα πιο συχνά στα μανίκια σταυρωτά το ένα στο άλλο. Το μπαστούνι ποτέ στο χέρι, μα και ποτέ χωρίς αυτό… παραμάσχαλα, γυρτό λίγο προς τα μπρος, να μην πιάνει τόπο… Το είχε για τους σκύλους “πάσης φύσεως” – της πολυκατοικίας, της γειτονιάς, της αγοράς, των εφημερίδων, των περιοδικών».

Ο Παπαδιαμάντης στις αμοιβές του είχε δικό του πρωτόκολλο. Υπολόγιζε μόνος τις πληρωμές του, δίχως παζάρια, συνήθως, προς τα κάτω και όλοι συμμορφώνονταν. «Εδινε τη συνεργασία του διπλωμένη σα βυζαντινό χρυσόβουλο και έπαιρνε προκαταβολικά την αμοιβή του». Για κάθε κομμάτι πρωτότυπης συνεργασίας πληρωνόταν 20-30 δραχμές και για συνέχειες της «Φόνισσας» και άλλων εκτενέστερων διηγημάτων του στα «Παναθήναια», στην «Εστία» κ.λπ. έπαιρνε 25 δραχμές… ακατέβατες!

Ο Παπαδιαμάντης τον Μάρτιο του 1908 άφησε την Αθήνα «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών» και επέστρεψε στην αγκαλιά της Σκιάθου, όπου πέρασε τα δύο τελευταία χρόνια του «γεμάτα από εσωτερική ενατένιση, ουράνια νοσταλγία, μοναξιά και ήρεμη μελαγχολία». Εργαζόταν με μεταφράσεις που του προμήθευε ο Βλαχογιάννης και έβγαζε το ψωμί του. Εζησε με τους ήρωές του, τους ταπεινούς, τους ψαράδες, τους ξωμάχους, τους βασανισμένους, τους απλούς κι αγράμματους της φυσικής ευγένειας, τις δυστυχισμένες γυναίκες. Τους εμψύχωνε με τη συμπόνια, τις συμβουλές και το στέρημά του. Παρότι όλοι του φορτώνονταν για να τους γράφει συστάσεις και επιστολές, «δεν άφησε κανέναν παραπονεμένο».

Γιατί γράφεις για τον Παπαδιαμάντη; ρώτησε ένας φίλος. Για τρία πράγματα. Πρώτον, ο Παπαδιαμάντης πέθανε Ιανουάριο (του 1911). Δεύτερον, για την ταινία που ανακίνησε το ενδιαφέρον και όσοι την βλέπουν είναι σαν να ακούν την επιθυμία του: «Ανάφτε μου ένα κηρί». Τρίτον, για τη γυναικοκτονία με την οποία άνοιξε το 2024.

Αλλά δεν είναι ακριβώς το θέμα της ταινίας ή η ευαισθησία της Εύας Νάθενα (ή το σενάριο της Κατερίνας Μπέη), αλλά ο Παπαδιαμάντης που ανάσαινε εκεί όπου συμβαίνουν «τα πάθια και τα βάσανα του κόσμου τούτου». Πολλές φορές ένας σκοπός ολοκληρώνεται όταν, με αφορμή ένα κείμενο (παραβιασμένο ή πιστό, μου είναι αδιάφορο), βοηθάμε τους συγκαιρινούς να βρουν νόημα, να καταλάβουν και ν’ αξιολογήσουν την πραγματικότητά τους, αισθητικά, κοινωνικά, νοητικά, σαν βουητό σημερινό μιας αδικίας που, χάρις στον Παπαδιαμάντη και τις ανεστραμμένες γυναικοκτονίες της Φραγκογιαννούς, δεν έμεινε ξεκρέμαστη. Η καρδιά του Σκιαθίτη την ξέβρασε στην εποχή μας.

Αλλωστε, στην εποχή του Παπαδιαμάντη υπήρχαν πολλοί που είχαν καλές ιδέες για το πώς θα σώσουν τον εαυτό τους και καμία για το πώς θα βοηθήσουν τους αδύναμους. Ο Παπαδιαμάντης είχε διαλέξει έναν πολύ μοναχικό δρόμο. Ανέδειξε τους ταπεινούς, τους αόρατους, τους έδωσε μιλιά και επιχείρημα· τους αποτύπωσε.

Το έργο «Φόνισσα» διαβάζεται σαν μια γυναικεία υπόθεση, μια κραυγή, με πρόταγμα τη φράση του Οδ. Ελύτη: «Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δεν θα έχει αλλάξει εκείνο, αλλά το μυαλό μας». Αλλάζει, όμως, το μυαλό μόνο με το «panic button», και συνεχίζονται οι γυναικοκτονίες με πανομοιότυπο μοτίβο και δίχως να θεσμοθετούνται ως τέτοιες;