Το τραύμα με την ψυχαναλυτική έννοια γνωρίζουμε ότι παραμένει ενεργό και επανέρχεται επηρεάζοντας το παρόν, προσδιορίζοντάς το. Δηλαδή μας παρακολουθεί και αποτυπώνει την παρουσία του. Υπάρχει πάντα, θα λέγαμε, ως βόμβα έτοιμη να πυροδοτηθεί σε ανύποπτο χρόνο.
Πώς όμως η πολιτική μπορεί να καταστεί τραύμα; Μπορεί, γιατί γίνεται μνήμη, βιωμένη από το χθες, τροφοδοτημένη στα αρχετυπικά στοιχεία της εμπειρίας μας. Το τραύμα της πολιτικής αποτελεί τη νεροποντή της πολιτικής αυθαιρεσίας. Για παράδειγμα, είναι η απαγόρευση των αναγκών και των επιθυμιών του κοινωνικού σώματος και η ανασταλτική δυνατότητα των επιλογών του πολίτη, γιατί έτσι κρίνεται από την κεντρική εξουσία. Με άλλα λόγια, το τραύμα βρίσκεται εκεί όπου η πολιτική δεν ορίζεται από κανέναν κοινωνικό διάλογο και οριοθετείται στο τελεσίδικο των αυθαίρετων λύσεων. Δηλαδή υπάρχει εκεί όπου δημιουργείται (για να το εκφράσουμε και με ψυχαναλυτικούς όρους) η σχάση (spaitung) μεταξύ πολιτικής αυθαιρεσίας και κοινωνικής απαίτησης. Αλλά και στο σημείο όπου η πολιτική γίνεται αναίρεση των αρχικών της στόχων, ή ακόμη καλύτερα θα μπορούσαμε να πούμε, εκεί όπου το πολιτικό νεύμα αποκλίνει από το κοινωνικό νόημα.
Επίσης το τραύμα στην πολιτική αποτελεί μια πρακτική εφαρμογή η οποία γίνεται κανόνας και διακηρύσσει ότι τα γεγονότα πρέπει να δημιουργούνται πάντα από την κεντρική εξουσία και οι πολίτες οφείλουν να τα περιμένουν και να συντονίζονται με εκείνα. Καταργείται έτσι η ελεύθερη δράση και επιλογή και η κοινωνική βάση σπρώχνεται σε αυξανόμενες παθητικότητες.
Ετσι ο ρόλος της κοινωνικής βάσης είναι εκείνος της ήρεμης προσκόλλησης στη ρουτίνα των διαταγών της κεντρικής εξουσίας, παραμένοντας εξαρτημένη στην τετριμμένη συγκατάθεση της συμφιλιωτικής ελαφρότητας των πελατειακών σχέσεων, ξεσκονίζοντας τους γυάλινους πύργους της πολιτικής διαχείρισης κάθε τέσσερα χρόνια με την ψήφο της. Το πολιτικό τραύμα είναι ο αποτρόπαιος ναρκισσισμός της εξουσίας, στηριζόμενος στη θεολογία του πολιτικού νοήματος που με κραυγαλέο μαζοχιστικό τρόπο επιβάλλει τις διαταγές. Είναι όταν το πολιτικό νόημα εγκαταβυθίζεται στα σημαίνοντα τόσο της διαταγής και της απαίτησης όσο και στα απερίδρακτα (δηλαδή στα ακατάληπτα) του ψεύδους.
Επιβεβαιώνεται εκεί όπου η δύναμη της πολιτικής αφήγησης γίνεται το απόλυτο ψεύδος. Για παράδειγμα, είναι όλα αυτά που βλέπουμε στις μέρες μας. Η αναβάθμιση των οίκων αξιολόγησης της οικονομίας μας δεν σημαίνει και εγκατάλειψη της φτώχειας μας και της περιθωριοποίησης της μεσαίας τάξης. Εχοντας η χώρα μας τον υψηλότερο τιμάριθμο στην Ευρώπη καμιά αξιολόγηση οίκου δεν μπορεί να δώσει ελπίδες. Ωστόσο χρησιμοποιείται για να ρίξει στάχτη στα μάτια των χειμαζόμενων νοικοκυριών και να δώσει πνοές και ανάσες στο αόρατο μέλλον της οικονομίας μέσα από μια ασυμμάζευτη διαστρέβλωση της πραγματικότητας που λέει ότι η αναβάθμιση της επενδυτικής βαθμίδας θα φέρει την αναγέννηση στην οικονομία μας. Αλλά θα πει κάποιος, αυτό δεν συμβαίνει πάντα στην «ειδωλοποιημένη» πολιτική πραγματικότητά μας, η μικρή εικόνα μπορεί εύκολα να γίνει μεγάλη εικόνα.
Βέβαια η ψευδολογία της αφήγησης βρίσκει έδαφος όσο ο πολίτης έχει βουλιάξει σε διαδρομές εκπτώσεων και παραχωρήσεων της πολιτικής του δύναμης και αφήνεται στους χαμηλόφωνους θρήνους του για το κακό πεπρωμένο του και όχι στους πρωταγωνιστές της κατάντιας του. Είναι γεγονός βέβαια πως η αφηγηματολογία του ψεύδους αγοράζει συγκατάθεση. Ετσι λοιπόν το πολιτικό τραύμα αθεράπευτο θα μεγαλώνει και αυτό γιατί η ανάγκη να σταθεί το κοινωνικό σώμα αντίκρυ στην πολιτική αυθαιρεσία με μαχητικότητα και να ξεδιπλώσει απαιτήσεις για αλλαγή έχει αποσυρθεί. Ο πολίτης σήμερα ανταλλάσσει τις δυνατότητές του με τις ριπιδωτές υποσχέσεις των εξουσιομανών και φυλακίζεται στη ροή της εξαθλίωσής του.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
