Θα ’θελα να βάδιζα με τον Μπετόβεν στα καλντερίμια της Βιέννης. Οταν ρακένδυτος, άκληρος και μόνος προκαλούσε τη χλεύη των πολλών, που έσερναν -γραμμάτιο δήθεν αθανασίας- από τα χέρια τα παιδιά τους. Καλοντυμένοι, «ολοκληρωμένοι» και φυσιολογικοί. Ξεχασμένοι από καιρό μέσα στις άχρωμες ζωές τους, πληρωμένοι ακριβοδίκαια από μια ζωή που τους διέγραφε, σαν φτηνή τελεία, τη μεθεπόμενη του θανάτου τους. Θα ’θελα να βάδιζα με τον Μπετόβεν τη νύχτα εκείνη που συνελήφθη «για αλητεία» και του ’πε ο «μπάτσος» στο κρατητήριο: «Σιγά μην είσαι!».
Κει κάπου έπαιρνε τη μοίρα που του ’χε δοθεί. Διαγραμμένος από όσους δεν ήξεραν να διακρίνουν τα σημάδια όσων δεν κατέχουν τίποτε αλλά κατέχονται από τα πάντα.
Γεννήθηκε 17 Δεκεμβρίου του 1870 σε μια φτωχική οικογένεια μουσικών. Είδε τα 4 από τα 7 αδέρφια του να πεθαίνουν και τον πατέρα του, τον 1ο δάσκαλό του στη μουσική, να καταρρέει από αλκοολισμό. Ορφάνεψε από μητέρα στα 17 του χρόνια και γνώρισε την αναπηρία της κωφότητας νωρίς. Ο ίδιος επέζησε κάνοντας μαθήματα πιάνου σε αστικές οικογένειες. Παρ’ όλο που είχε διαγνωσθεί ως εξαιρετικό ταλέντο από μικρός οι συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού που βίωνε κρατούσαν τις παρτιτούρες του στα συρτάρια. Εκεί, με μουσικές σκάλες γεμάτες αυξανόμενη οργή μα και ωριμότητα να τη διαχειριστεί δημιουργικά, και που θα οδηγούσαν τελικά στην «ηρωική του» περίοδο, κατέγραφε τον στιγματισμό του, κάνοντας και τη μουσική και το σώμα του μέρος της γενεαλογίας των απόκληρων που «δεν τα παρατούν».
Παρά το γεγονός ότι έζησε μια σχετικά σύντομη ζωή γεμάτη με ανεκπλήρωτους έρωτες και κακή υγεία, φαίνεται ότι πέτυχε το αδύνατο για να αντιπαρατεθεί στις αδυναμίες της ζωής του. Η μουσική του ενσαρκώνει το διαρκώς αντιστεκόμενο μπρος στις αντιξοότητες ανθρώπινο πνεύμα, σκίζοντας το βιβλίο κανόνων και ωθώντας τα καθιερωμένα μουσικά μοτίβα πέρα από τα όρια. Παρά τις θετικές επιρροές του από μορφές όπως ο Μότσαρτ, ο Χάιντν και ο Μπαχ, δημιούργησε μια επαναστατική μουσική που δεν περιοριζόταν από προηγούμενες συμβάσεις. Η μουσική κληρονομιά του δίνει την παλλόμενη ζωντάνια του ταραγμένου αιώνα του που σημαδεύει ακόμη τον δικό μας.
Ομως ήταν με τη ζωή του, και το πώς την αντιμετώπισε, που επαναπροσδιόρισε τον πολίτη δημιουργό. Τούτη την αφύσικη ζωή, το «λαμπρό σκοτάδι» και την προσεκτικά αποθεμένη στα χέρια του αταξία, σαν κλεινόταν -μικρός θεός- μες στο δωμάτιό του μόνος και όρθωνε τα μάτια στο συν-παν, το έκανε κόσμο από την αρχή και επαμφοτερίζουσα τάξη. Το έκανε αθανασία, αλλότριων μα ίδιων, συλλογική. Με τ’ όνομά του βαπτισμένη.
