Ιλιάς, ραψωδία Ρ`, 161 – 249.
Αν παίρναμε τον Πάτροκλο νεκρό μέσα στην Τροία θα τον ζητούσαν οι εχθροί και πίσω θα μας δίναν το σώμα και τα άρματα του θείου Σαρπηδόνα».
Ο Έκτορας απάντησε στον αρχηγό τον Γλαύκο:
«Γλαύκο μου λεοντόκαρδε κρίνεις με αδικία όσα εδώ συνέβησαν τις τελευταίες ώρες. Σε είχα για πιο σοβαρό με στέρεα τη σκέψη. Αλλά ο νους σου θόλωσε στης μάχης την αντάρα και μ` αδικείς με όσα λες κι εμέ και τους Λυκιώτες. Είπες μου πως φοβήθηκα τον γίγαντα τον Αία όμως για μένα οι βουλές του Δία του Κρονίδη είναι αυτές που σέβομαι και τις ακολουθάω. Είναι του Δία οι βουλές για μένα πάνω απ` όλα. Είναι ο μέγας ρυθμιστής στον πόλεμο το μαύρο και κάνει τον δειλό τρανό ή τον τρανό μικραίνει.
Γλαύκε καλέ σε προσκαλώ δίπλα μου να καθίσεις και κοίτα σε παρακαλώ τι πρόκειται να κάμω. Κρίνε με τότε αυστηρά, μα κοίτα την αλήθεια, και να μην παρασέρνεσαι απ` της ψυχής τα πάθη».
Αυτά είπε στον νεαρό αρχηγό των Λυκίων και αμέσως διατάζει τους Τρώες με τα παρακάτω λόγια:
« Τρώες, Λυκιώτες, Δάρδανοι και όλοι οι σύμμαχοι μας, εμπρός η νίκη η λαμπρή μας ανιμένει όλους. Ο Πάτροκλος που σκότωσα ήταν αρματωμένος με όπλα και με ντυμασιές τ` ασύγκριτου Αχιλλέα. Τώρα θα τα φορέσω εγώ με τη βουλή του Δία».
Σαν αστραπή κινήθηκε και πρόλαβε τους άντρες που πήγαιναν τις ντυμασιές και τα σπουδαία όπλα του Αχιλλέα του τρανού, στην πόλη τους την Τροία.
Φόρεσε αμέσως τ` άρματα του μέγιστου Αχιλλέα που ήτανε δώρα των θεών στον βασιλιά Πηλέα κι εκείνος σαν εγέρασε τα έδωσε στο γιο του. Όμως δεν ήτανε γραφτό μ` αυτά να σωγεράσει, αφού ποτέ δε γέρασε ο θείος Αχιλλέας.
Ο Έκτορας παρέδωσε στους άντρες τ` άρματα του για να τα μεταφέρουνε στην πόλη τους την Τροία.
Σαν είδε ο Δίας ο τρανός τον Έκτορα ν` αλλάζει και να φορά τα άρματα του άρχοντα Αχιλλέα κούνησε το κεφάλι του και είπε στην καρδιά του:
Ρ`, 200. «Άχ Έκτορα η Μοίρα σου είναι κακογραμμένη, κι εσύ ούτε που σκέφτεσαι τον Χάρο που σιμώνει. Τα ρούχα και τον οπλισμό φοράς του Αχιλλέα όμως δεν έγινες θεός ουτ` έχεις θεά μάνα. Δόξα για σένα και τιμή Έκτορα Πριαμίδη θα έχεις από μένανε για μια στερνή φορά σου. Δεν πρόκειται όμως ποτέ σπίτι πια να γυρίσεις κι η Ανδρομάχη η καλή να δει τα άρματα σου».
Ένευσε με τα φρύδια του ο μέγιστος Κρονίδης κι ο Άρης ο αδίστακτος του πόλεμου ο άρχων γεμίζει θάρρος κι αντριά του Έκτορα το στήθος. Με δυνατές φωνές εμψύχωνε τους στρατηγούς του όλους και τους οπλίτες γέμισε με δύναμη και θάρρος. Έλαμπε κι έμοιαζε θεός, ίδιος ο Άρης ήταν, καθώς φορούσε τη στολή του θεϊκού Πηλείδη.
Σε έναν έναν πήγαινε και έδινε κουράγιο.
Μίλησε στους: Μέδοντα, Θερσίλοχο, Μέσθλη, Γλαύκο, Αστεροπαίο, Έννομο, Ιππόθοο, Δεισήνορα, Φόρκη και στον Χρομίο.
«Σύμμαχοι από πολλές φυλές, με προσοχή ακούστε τα όσα έχω να σας πω γι` αυτά που μας ζυγώνουν. Τόσους λαούς δε γύρεψα, ούτε ανάγκη είχα. Ισότιμους σας θεωρώ στη δόξα και στο κούρσος. Μισή τιμή θα πάρω εγώ, μισή κι εσείς συντρόφοι. Μισά τα λάφυρα για μας, τ` άλλα μισά δικά σας».
Ακούσανε τον αρχηγό κι όρμησαν σαν λιοντάρια τον Αίαντα να σπρώξουνε πίσω εις τα καράβια και να του πάρουν τ` άψυχο του Πάτροκλου το σώμα. Όμως ο Αίας σκότωσε πολλούς από τους Τρώες που πάνω του ορμήσανε να πάρουν το κουφάρι του Πάτροκλου που σκότωσε ο Έκτωρ Πριαμίδης.
Ο Αίας είπε στον Μενέλαο:
«Μενέλαε τ` Ατρέα γιε, ο Έκτορας σιμώνει και ξανασφίγγει τον κλοιό που όλο και μικραίνει θέλοντας να επιβληθεί, θάνατο να μας φέρει. Ας έλθουν οι καλύτεροι εδώ να μας συνδράμουν».
Τον άκουσε ο Μενέλαος και με φωνή στεντόρια εφώναξε και κάλεσε να έλθουν οι Αργείοι:
Ρ`, 249. «Ελάτε φίλοι, σύμμαχοι και ομοτράπεζοι μας, ελάτε φίλοι αρχηγοί έφτασε η Ανάγκη.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στην κόρη και στις κόρες: Καιτούλα, Λίνα, Μιρέλλα.
