Η παρουσίαση του βιβλίου «Το φαινόμενο Κασσελάκης» του καθηγητή Ξενοφώντα Κοντιάδη δεν ανέδειξε απλώς την «ασυμβατότητα» ανάμεσα σε δύο λόγιους, τους καθηγητές Κοντιάδη και Αντώνη Λιάκο, και τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Στέφανο Κασσελάκη, όπως έσπευσαν να ισχυριστούν οι δύο καθηγητές, σε μια εύσχημη και μάλλον αμήχανη απόπειρα να σώσουν τα προσχήματα.
Αν ο στόχος ήταν να εμπλακεί ο κ. Κασσελάκης σε «κριτικό αναστοχασμό» των πρώτων του βημάτων στην ελληνική πολιτική σκηνή και της αστραπιαίας ανάδειξής του σε πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σύμφωνα τουλάχιστον με τις διακηρυγμένες προθέσεις των διοργανωτών, τότε η εκδήλωση εξελίχθηκε σε φιάσκο, όπως ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο.
Ο κ. Κασσελάκης χρησιμοποίησε το βήμα, που του προσφέρθηκε απλόχερα, όχι μόνο για να καπελώσει την εκδήλωση -αναμενόμενο-, αλλά και για να κάνει ωμή επίδειξη αντιδιανοουμενισμού, εκδηλώνοντας με κάθε τρόπο την απέχθειά του προς σύνθετες πολιτικές επεξεργασίες και την προσήλωσή του σε έναν απλοϊκό συνθηματολογικό λόγο με αιχμή επαναλαμβανόμενα ευφυολογήματα και μανιχαϊστικά μοτίβα.
Αυτό το πολιτικό ήθος -καθόλου νέο, αντιθέτως δοκιμασμένο ιστορικά με οικτρά, αν όχι τραγικά αποτελέσματα- σχεδόν υπαγόρευε τον ισοπεδωτικό τρόπο με τον οποίο κατάφερε ο κ. Κασσελάκης να επιβάλει τους δικούς του όρους στη συζήτηση, μεταβάλλοντάς την επιδεικτικά σε μη συζήτηση, σε πεδίο ευτελισμού του διαλόγου και απαξίωσης της πολιτικής: αγνοώντας το περιεχόμενο των ερωτήσεων των συνομιλητών του- ακόμη και του κ. Λιάκου που ήταν μέχρι στιγμής σαφώς υποστηρικτικός – απευθυνόμενος στο κοινό για να εκμαιεύσει το χειροκρότημα με ξαναπαιγμένες ατάκες, διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενο κάθε απόπειρας κριτικής, δίνοντας αιφνιδιαστικό τέλος στην εκδήλωση, καθώς σηκώθηκε κι έφυγε δέκα λεπτά πριν από την προγραμματισμένη λήξη της, κρατώντας για τον εαυτό του την τελευταία λέξη κι αφήνοντας σύξυλους τους πάντες.
Πράγματι ως προς αυτά, τα οποία επισήμανε την επομένη και ο κ. Κοντιάδης, η εκδήλωση ήταν αποκαλυπτική. Δεν χρειαζόταν όμως η αφορμή της παρουσίασης ενός βιβλίου, με το περιεχόμενο του οποίου ο κ. Κασσελάκης έδειξε ότι δεν ήρθε σε οποιονδήποτε διάλογο, αν διάβασε ποτέ κάτι πέρα από το εξώφυλλο. Οι δύο συνομιλητές του φαίνεται πως έκαναν το λάθος να υπερεκτιμήσουν τον ρόλο τους ως διανοούμενων και να υποτιμήσουν την πανουργία ενός πολιτικού που βαυκαλίζεται πως επικοινωνεί αδιαμεσολάβητα με τον λαό μέσω ενός επιδεικτικού αντιδιανοουμενισμού στον οποίο έστρωσαν άθελά τους το χαλί.
