ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηδη από τη δεκαετία του 1960, οι επιστήμονες παρατήρησαν την αρνητική επίδραση της ανθρώπινης δραστηριότητας στο περιβάλλον, ιδίως όσον αφορά την παραγωγή ραδιενεργών αποβλήτων και την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου, που έπλητταν τη στοιβάδα του όζοντος και τα δάση, λόγω της όξινης βροχής. Η ανθρωπότητα αποφάσισε να αντιδράσει συστηματικά με την υιοθέτηση το 1992 στο πλαίσιο του ΟΗΕ της Σύμβασης-Πλαίσιο για την Κλιματική Αλλαγή, την οποία ακολούθησε ιδίως η Συμφωνία του Παρισιού, 2015, η οποία θέτει τον στόχο της μη αύξησης της θερμοκρασίας πάνω από 2 βαθμούς Κελσίου έως το 2050.

Εκτοτε, τα κράτη-μέλη της Σύμβασης αυτής, δηλαδή ο κόσμος ολόκληρος, έχει εντείνει τις προσπάθειές του για να πετύχει τον ομολογουμένως φιλόδοξο στόχο, δεδομένης της ανάγκης να μη θιγεί η οικονομική ανάπτυξη, η οποία βασίζεται κατά μέγα μέρος στη χρήση ορυκτών καυσίμων.

Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές δεν φαίνεται να πετυχαίνουν, ιδίως αν ληφθεί υπόψη μια έκθεση του Περιβαλλοντολογικού Προγράμματος του ΟΗΕ, που δημοσιεύθηκε το 2019, σύμφωνα με την οποία ακόμη και αν οι χώρες εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού του 2015, ο κόσμος κατευθύνεται προς άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 3,2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, κάτι που θα οδηγήσει σε ευρύτερες και ακόμη πιο καταστροφικές κλιματικές επιπτώσεις.

Αποτελεί αναμφισβήτητη πραγματικότητα ότι το περιβάλλον δεν τύχαινε πάντοτε της δέουσας προσοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συνθήκη για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που αγνοούσε εντελώς τα θέματα του περιβάλλοντος. Χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες για να θεσπιστεί μια κοινή πολιτική περιβάλλοντος, ολοκληρωμένης μορφής, με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το 2009, η οποία μεταξύ άλλων επιδιώκει την προστασία της υγείας του ανθρώπου, τη συνετή χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Η υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, το 2019, έγινε με σκοπό να επιταχυνθούν οι προσπάθειες των κρατών-μελών της Ενωσης, προκειμένου να εκπληρωθεί ο στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού, ο οποίος οδήγησε το 2021 στη θέσπιση ενός ευρύτατου μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με σκοπό να επιτευχθεί κατά 55% η μείωση των αερίων του θερμοκηπίου, έως το 2030.

Πού έγκεινται τα εμπόδια εκπλήρωσης του στόχου αυτού; Τα εμπόδια είναι πολλά και μπορεί να αναφερθούν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Κατ’ αρχάς, στην ανάγκη να διατηρηθεί η οικονομική ανάπτυξη στα κράτη-μέλη, η οποία πλήττεται από τις διαρκείς αλλαγές των κανονιστικών ρυθμίσεων, και οι οποίες δημιουργούν πρόσθετο κόστος στη διαδικασία παραγωγής. Κατά δεύτερο, στη στενή διασύνδεση των ενεργειακών πόρων με γεωπολιτικούς κινδύνους, όπως είναι ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι συνέπειες του οποίου δεν έχουν ακόμη πλήρως εκδηλωθεί. Τρίτον, στη δυσκολία αλλαγής του ενεργειακού μείγματος σε κάθε χώρα, λόγω της διαφορετικής ενεργειακής ταυτότητας κάθε χώρας (πετρέλαιο, λιγνίτης, φυσικό αέριο, ανανεώσιμες πηγές, διασυνδέσεις με άλλες χώρες).

Μια συνοπτική αναφορά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά ενέργειας αρκεί για να καταδείξει το πολυσύνθετο του θέματος της πράσινης ανάπτυξης. Η χώρα μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα, αφού το εισαγόμενο πετρέλαιο είναι πάνω από το 52% του ενεργειακού μείγματος, ενώ οι εισαγωγές φυσικού αερίου είναι κοντά στο 40%. Η μείωση της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου απαιτεί μείωση χρήσης αυτών των ορυκτών καυσίμων, καθώς και τη μείωση της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη, στόχος ιδιαίτερα δυσχερής και με ορατούς κινδύνους για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, όπως άλλωστε και για την προσιτή τιμή κατανάλωσης της ενέργειας.

Ο στόχος της απανθρακοποίησης συνεπάγεται γενναίες πρωτοβουλίες από την κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις και γενικά τους καταναλωτές. Η κυβέρνηση οφείλει να διευκολύνει περαιτέρω την παραγωγή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ωθώντας τους αρμόδιους φορείς για λήψη μέτρων εκσυγχρονισμού και επέκτασης των δικτύων μεταφοράς και διανομής, να ενισχύσει τις διεθνείς διασυνδέσεις και να επιδοτήσει έργα αποθήκευσης της ενέργειας, δέσμευσης του άνθρακα και παραγωγής πράσινου υδρογόνου. Εν προκειμένω, η προώθηση της ανάπτυξης υποδομών υπεράκτιας αιολικής ενέργειας και ανανεώσιμου υδρογόνου μπορούν να ενταχθούν στο Ταμείο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, όπως άλλωστε και όλα τα έργα που, ως μη ώριμα, δεν μπορούν να παράγουν κέρδος, κάτι που αναμένεται να έχει θετική έκβαση στην πραγματοποίησή τους.

Οσον αφορά τις επιχειρήσεις, οι μεν του ενεργειακού κλάδου πρέπει να επενδύσουν σε δραστηριότητες ανάπτυξης των ΑΠΕ, χρήσης βιοκαυσίμων, σύναψης μακροπρόθεσμων και επωφελών συμβάσεων προμήθειας σε ορυκτά καύσιμα, χωρίς επώδυνες ρήτρες, οι δε άλλες στην εξοικονόμηση ενέργειας, στη σύναψη συμβάσεων προμήθειας με παραγωγούς ανανεώσιμης ενέργειας, καθώς και να επενδύσουν στην προώθηση συστημάτων ιδιοκατανάλωσης.

Τέλος, οι καταναλωτές καλούνται να προβούν, με την ενίσχυση της Πολιτείας, σε μια σειρά μέτρων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η εξοικονόμηση ενέργειας, η εγκατάσταση ηλιακών και φωτοβολταϊκών συστημάτων με συσσωρευτές, η χρήση των έξυπνων μετρητών και η ένταξή τους στις ενεργειακές κοινότητες. Αναμφίβολα, στο πλαίσιο της δίκαιης ενεργειακής μετάβασης, επιβάλλεται η στήριξη των ενεργειακά ευάλωτων καταναλωτών, κάτι που συνιστά στοιχειώδη υποχρέωση μιας σύγχρονης και δημοκρατικής Πολιτείας.

*Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, δικηγόρος