Τα ρήματα που τελειώνουν σε -ίζω γράφονται με «ι» (βλέπε: αρχίζω, χτενίζω, αγγίζω, γυρίζω). Εξαιρούνται τα ρήματα: δακρύζω, γογγύζω, κελαρύζω, αναβλύζω, κατακλύζω, δανείζω, αθροίζω, πήζω, πρήζω.
Στις εξαιρέσεις που εξαιρούνται των εξαιρέσεων ανήκει το ρήμα «μερκελίζω», που, αναλόγως της διάθεσης και της πολιτικής ιδεολογίας, το έχουμε δει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γραμμένο με διάφορους τρόπους: με «ι» οι ρεφορμιστές, με «υ» οι απογοητευμένοι αριστεροί, με «η» οι καπιταλιστές (γιατί δεν αντέχουν να βλέπουν άλλο τα «ι» του «καπιταλισμού», κάνοντας στροφή στον «ανθρωπησμό», που νομίζουν ότι γράφεται με «η») και με «οι» οι ακροδεξιοί, γιατί, μπερδεμένοι ως είναι (άλλα λεν πως είναι και άλλα είναι), θέλουν τη Μέρκελ με τα όλα της, τα τούτα και τα κείνα της. Μάλιστα…
Πάμε, τώρα στα ρήματα που τελειώνουν σε -άρω. Τα ρήματα αυτά είναι ετεροκαθορισμένα. Κάτι σαν τη σύγχρονη δημοκρατία: ήδη από τα χρόνια του Μεσαίωνα είναι παραγωγικότατο το επίθημα –άρω για τον σχηματισμό ρημάτων από ξένες, κυρίως, λέξεις. Αλαργάρω, βιζιτάρω, γκουβερνάρω, μανατζάρω, ντιβανάρω (έχει πέσει ντιβανάρισμα, δηλαδή άραγμα, από τον Ελληνα, που έχει πάει σύννεφο!), κουμαντάρω, κουράρω, κρεπάρω, μπαρκάρω, μπατάρω, μπουκάρω, ορτσάρω, γκουγκλάρω…
Νέο στη λίστα, δυτικοφερμένο μεν, ελληνοκατασκευασμένο δε, το ρήμα «ντιμπεϊτάρω» (εκ του «ντιμπέιτ», τηλεμαχία στα ελληνικά). Για πρώτη φορά το ακούσαμε σε παρέα γυμνασιόπαιδων, που το έλεγαν πηγαίνοντας στο σχολείο. Πάλι καλά που άνοιξαν και μερικά (σχολεία), καθώς κάθε πρωί μάς δίνουν τις καλύτερες ατάκες (οι μαθητές): «ντιμπεϊτάρισα με Μάγδα και κανονίσαμε για αύριο τελικά» είπε ο ένας, αναφερόμενος (προς έκπληξίν μας) στη δασκάλα του στο φροντιστήριο.
Αυτό που πρέπει να προσέξουμε, ωστόσο, δεν είναι τόσο οι κανόνες χρήσης των νεοφερμένων αυτών ρημάτων, όσο ο σχηματισμός των χρόνων. Γιατί, όπως όλα δείχνουν, αν και με διαφορετική κατάληξη το καθένα, τόσο το «μερκελίζω» όσο και το «ντιμπεϊτάρω» στον αόριστο της ενεργητικής καταλήγουν και τα δύο σε –άρισα. Συγκεκριμένα, στο «λαχτ-άρισα!»
