Οσοι κατορθώσαμε να αντέξουμε την οπτικοακουστική «βάνδαλη και λεξιπένητη τηλεμαχία» των πολιτικών αρχηγών την πρώτη φορά αλλά και των δύο ξεχωριστά τη δεύτερη, έχουμε πλέον πεισθεί για την έλλειψη του πολιτικού λόγου και την αντικατάστασή του από την κομματική ιδεοπάθεια.
Σ’ αυτές τις τηλεμαχίες παρακολουθήσαμε την αντιφατική παρουσία προσώπων, λόγων και προτάσεων οι οποίες χρονικά και τοπικά παρουσιάζονται μεταλλασσόμενες ανάλογα με την προσωπική, συντεχνιακή και κομματική αναγκαιότητα, χωρίς να φοβούνται για τη νέμεσιν από την ύβριν που προκαλούν.
Δυστυχώς θεωρούμεθα οι πολίτες «μη έλλογα άτομα» έχοντας χάσει τον ρόλο και τη λειτουργία που μας αναλογεί, αφού τα κόμματα ως μόνα υποκατάστατα της κοινωνικής πραγματικότητας αρνούνται να δεχτούν την όποια διαφορετική προσέγγιση των πεπραγμένων τους ως να μην είναι τα κύτταρα της δημοκρατικής αναφοράς της κοινωνίας.
Τελικά τα υπαρξιακά ερωτήματα για τον ρόλο των πολιτών και την κοινωνική τους παρουσία θα απαντηθούν μόνο μέσα από τις προσδοκώμενες δυνατότητες που παρέχει η εκάστοτε εκλογική διαδικασία μέσω της ψήφου.
Ομως δεν μπορεί στην εποχή της μετανεωτερικής τεχνοκρατίας της επικοινωνίας και πληροφορίας να μην μπορούμε οι πολίτες και οι συλλογικότητες να αντιδράσουμε, αφού όλοι κατανοούμε την «κομματοκρατία ως κλεπτοκρατία» ελπίδων και προσδοκιών νέων αλλά και παλαιότερων γενεών.
Σίγουρα υπάρχουν λύσεις και τρόποι αντιμετώπισης όλων όσα συμβαίνουν γύρω μας, κυρίως με την πολιτική «κομματοκρατία», όπου μεταλλάσσονται πρόσωπα και σχηματισμοί, ως να μην υπόκεινται σε ιδεολογικές και ηθικές περιοριστικές αναφορές.
Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη να αντιδράσουμε απέναντι στις συντεχνιακές «κομματοκρατίες», αδειανές από ιδεολογίες και προγραμματικές στρατηγικές, με νέες συλλογικότητες οι οποίες θα οριοθετήσουν και θα περιχαρακώσουν τα πλαίσια της κοινωνικής τους αναφοράς ως πολιτικοί οργανισμοί.
Φυσικά δεν αναζητούμε συμπληρωματικούς κομματικούς μηχανισμούς με νεωτερικά ιδεολογήματα που θα μας παρέχουν πολιτική κάλυψη, αλλά κοινωνικές συλλογικότητες αμεσοδημοκρατικής αναφοράς και λειτουργίας που θα μπορούν να ενσωματώνουν τις διαφορετικότητες και να τις μεταλλάσσουν σε δημιουργικές κοινωνικές δράσεις.
Κάτι τέτοιο μπορεί να προκύψει όταν η «διανόηση» και η «λαϊκή» σοφία πορευτούν μαζί χωρίς οριοθετήσεις και κατατάξεις οι οποίες λειτουργούν ως μορφές «διάκρισης» εις βάρος φυσικά των «αδυνάτων».
Μια τέτοια προσπάθεια μπορεί με μεθοδολογικά τεχνολογικά εργαλεία να διαμορφώσει δομικές συλλογικότητες πανελλαδικής εμβέλειας, οι οποίες θα εμβολίσουν τις παραδοσιακές «κομματοκρατίες» και θα τις αποκόψουν από τον ομφάλιο λώρο της λαϊκής πλειοψηφίας.
Σίγουρα χρειάζεται αγώνας για να πεισθούν πρώτα οι νέοι που είναι τεχνολογικά ενήμεροι και στη συνέχεια οι ίδιοι να γίνουν μεταδότες της νέας αμεσοδημοκρατικής πολιτικής αναφοράς, ως το μέσο και εργαλείο που θα κατακτήσει την εξουσία και θα τη χρησιμοποιήσει προς το συμφέρον των λαϊκών πλειοψηφιών.
Σ’ αυτό το εγχείρημα η «διανόηση» δεν πρέπει να λείπει ούτε να κρύβεται πίσω από τα συντεχνιακά ή προσωπικά οφέλη που διαχρονικά εξαργυρώνει προσφέροντας τις υπηρεσίες της στις εκάστοτε «κομματοκρατίες», ανεξαρτήτως της ηθικής και ιδεολογικής τους καθαρότητας.
Είναι κρίσιμες οι περιστάσεις για την πατρίδα όπου η κοινωνικοοικονομική κρίση ακόμα δεν έχει φανεί στο πραγματικό της μέγεθος, γι’ αυτό πρέπει να δράσουμε άμεσα, πριν ο χρόνος και οι συνθήκες στην ευρύτερη γεωπολιτική περιοχή μας διαμορφώσουν μη αναστρέψιμες καταστάσεις.
*αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
