Ξένος για πάντα ξένος. Από λαϊκό τραγούδι: Στίχοι, μουσική: Τάκης Μουσαφίρης
Ξένος κι εσύ, όπως κι οι άλλοι,
κι όμως πατρίδα σου των ξένων οι καρδιές. Από τραγούδι των Χαίνηδων. Στίχοι, μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης.
Δος μοι τούτον τον ξένον.. ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
Δός μοι τούτον τον ξένον,
Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι ( παραξενεύομαι) βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους..
ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
Δος μοι τούτον τον ξένον..
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από τροπάριο του Γεωργίου Ακροπολίτου ( 1217-1282). Ψάλλεται κατά την περιφορά του Επιταφίου. Είναι εμπευσμένο από τον Λόγο του Αγίου Επιφανίου Αρχιεπισκόπου Κύπρου τον 4ο – 5ο αιώνα. Στο τροπάριο ομιλεί ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ζητώντας από τον Πιλάτο το Σώμα του Χριστού. Το τροπάριο είναι γνωστό από την επαναλαμβανόμενη φράση « Δος μοι τούτον τον Ξένον» και την παρήχηση της λέξης ξένον.
Φιλοξενίας το εγκώμιον.
-Φιλοξενία δίχως όρους και πάνω απ` όλα φιλοξενία.
Μένανδρος: Ξένους ξένιζε και συ γαρ ξένος γ` έση.
Νίκος Καζαντζάκης: Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ.
Μαρξ: Ο άνθρωπος είναι οι σχέσεις του.
-Ο Δίας σε μία από τις πολλές υποστάσεις και ιδιότητες του ήταν προστάτης των ξένων, γι’ αυτό και είναι γνωστός ως Ξένιος Ζευς.
Οδύσσεια. Ραψωδία γ`.
Η πρώτη φιλοξενία που αναφέρεται στην Οδύσσεια, είναι αυτή του Τηλέμαχου από τον βασιλιά της Πύλου Νέστορα.
Ο Τηλέμαχος, η Αθηνά – Μέντορας με τους είκοσι νεαρούς ναύτες αφήνουν πίσω τους τα βαθυγάλανα νερά και φτάνουν στην Πύλο. Μόλις χαράζει η μέρα, την ώρα που η ροδοδάχτυλη Αυγή βάφει τον ουρανό με χρυσά, πορφυρά, βερτζί και ρόδινα χρώματα.
Ο βασιλιάς Νέστορας με όλον τον λαό της Πύλου, 4500 άνθρωποι μας λέει ο Όμηρος, προσφέρει θυσία- εκατόμβη στον Ποσειδώνα.
Θυσιάζουν δεκάδες μαύρους ταύρους, εκεί, στο τεράστιο ακρογιάλι της Βοϊδοκοιλιάς, που δένουν το πλοίο τους οι ναύτες του Τηλέμαχου. Ο βασιλιάς της Πύλου Νέστωρ, οι γιοι του και ο λαός της Πύλου υποδέχονται με χαρά στο τραπέζι τους δύο ξένους, τον Τηλέμαχο και την Αθηνά- Μέντορα. Αφού φάνε και πιουν οι ξένοι, ο Νέστωρ και οι άλλοι μαθαίνουν ποιοι είναι οι ξένοι, ο σοφός Νέστωρ ανταποκρίνεται στο αίτημα του Τηλέμαχου να του μιλήσει για την τύχη του Οδυσσέα, μετά την άλωση της Τροίας. Ο Νέστορας θυμάται πρώτα τους νεκρούς συντρόφους που έπεσαν στην ιερή Τροία όπως οι Αίας, Αχιλλέας, Πάτροκλος, Αντίλοχος και άλλοι, αναφέρεται έπειτα στα πάθη και στα βάσανα που πέρασαν. Λέει στον Τηλέμαχο ότι μετά την αναχώρηση του από την Τροία για την Πύλο δεν είδε ξανά τον Οδυσσέα με τον οποίο είχαν στενή φιλία και συμφωνούσαν σε όλα τα κρίσιμα θέματα του πολέμου. Μιλάει ακόμα για τους Αχαιούς που έφτασαν στις πατρίδες του όπως ο Αγαμέμνων, ο Μενέλαος, ο Διομήδης, ο Φιλοκτήτης, Ιδομενέας, οι Μυρμιδόνες και άλλοι.
Ο Νέστωρ συμβουλεύει τον Τηλέμαχο να αντιμετωπίσει τους μνηστήρες με τη βοήθεια της Αθηνάς. Με συνοδό το γιο του Νέστορα, Πεισίστρατο, ο Τηλέμαχος αναχωρεί την επόμενη πρωί-πρωί, με άρμα για τη Σπάρτη.
Σχόλια για την ραψωδία γ` της Οδύσσειας.
-Η γ` ραψωδία αρχίζει με μια ανατολή και τελειώνει με μια δύση λίγες μέρες μετά.
-Ο Τηλέμαχος, μη μπορώντας να αντιμετωπίσει την κατάσταση με τους μνηστήρες, φεύγει από την Ιθάκη αναζητώντας πληροφορίες για τον πατέρα του ενώ τον συντροφεύει η θεά Αθηνά που έχει πάρει τη μορφή του Μέντορα, φίλου του Οδυσσέα. Πρώτος σταθμός του Τηλέμαχου είναι το βασίλειο του Νέστορα στην πανέμορφη, όπως αναφέρει ο Όμηρος, Μεσσηνία. Εκεί φτάνει με το χάραμα στην παραλία της Βοϊδοκοιλιάς, Βουφράδα, και βρίσκει τους κατοίκους της Πύλου και τον βασιλιά Νέστορα στην αμμουδιά. να προσφέρουν μεγάλη θυσία στον Ποσειδώνα. Μόλις αντιλήφθηκαν τους ξένους δεν τους ρώτησαν τίποτα, αλλά αμέσως τους προσκάλεσαν να καθίσουν μαζί τους. Τους έβαλαν μάλιστα δίπλα στον βασιλιά Νέστορα Τους έδωσαν φαγητό και κρασί. και ζήτησαν από τον Μέντορα – Αθηνά να κάνει την πρώτη ευχή. Εκεί στην άμμο η Αθηνά- Μέντορας ευχήθηκε στον Ποσειδώνα να δίνει καλή τύχη στο Νέστορα και τους κατοίκους της Πύλου. Ακολούθησε λαμπρή γιορτή με φαγητό και πιοτό. Τότε, αφού είχαν φάει και είχαν πιει, ο βασιλιάς Νέστορας ζήτησε να μάθει ποιοι είναι και από που έρχονται. Ο Τηλέμαχος συστήθηκε και ο Νέστορας αναφέρθηκε στις επικές μάχες μπροστά απ’ το κάστρο του βασιλιά Πρίαμου και αφού εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον πολυμήχανο Οδυσσέα περιέγραψε πως αποχωρίστηκαν και έφυγαν ο κάθε ένας στην πατρίδα του..
Ύψιστο παράδειγμα φιλοξενίας δίνει ο βασιλιάς Νέστορας. Υποδέχεται τον Τηλέμαχο, τον Μέντορα- Αθηνά και τους ναύτες του Τηλέμαχου χωρίς να γνωρίζει ποιοι είναι αυτοί οι ξένοι, που έφτασαν την ώρα της θυσίας στην τεράστια παραλία της Βοϊδοκοιλιάς. Τους προσφέρει φιλοξενία και τους δέχεται στο τραπέζι του. Μετά το φαγητό το κρασί και την ξεκούραση των ξένων λέει ο Νέστωρ:
Τώρα η ώρα έφτασε τους ξένους να ρωτήσω,
ποιοι είναι, πούθε έρχονται, τι θέλουν από μένα; γ`, 70.
Πρώτα και πάνω απ` όλα η Ιερή Φιλοξενία και έπειτα τα υπόλοιπα.
Στα έργα του Ομήρου προκειμένου για ξένο που φτάνει στην πόλη ή στο παλάτι του βασιλιά, πρώτα τον υποδέχονται οι οικοδεσπότες, του παρέχουν στέγη, τροφή και μετά ρωτούν να μάθουν για την πατρίδα του, το όνομά του και την ανάγκη που τον έφερε στο παλάτι ή στη χώρα τους και ανάλογα τον εξυπηρετούν, γιατί θεωρούν τον ξένο, ιερό πρόσωπο και προστατευόμενο του Ξένιου Δία.
– Η φιλοξενία σε πρώτο πλάνο: Όπως στη ραψωδία α` ο Τηλέμαχος υποδέχεται στην Ιθάκη, με σεβασμό, αγάπη και φροντίδα, τον Μέντη- Αθηνά έτσι και εδώ στη γ` ραψωδία ο Νέστωρ και οι γιοι του υποδέχονται και φιλοξενούν με υποδειγματικό τρόπο τον Τηλέμαχο και τον Μέντορα-Αθηνά.
Στο τέλος, λίγο πριν τη Σπάρτη, ο Τηλέμαχος και ο Πεισίστρατος φιλοξενούνται για μια βραδιά στου Διοκλή το σπίτι.
-Το κείμενο που παρουσιάζω εδώ έχει περίπου 170 στίχους και αποτελεί μεταγραφική ανάπλαση του αρχαίου κειμένου και όλων των μεταφράσεων που έχουν γίνει. Κράτησα τη ροή και το ύφος καθώς και όλα τα κομβικά γεγονότα.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Αφιερωμένο στην Ιωάννα – Μαρίνα Γαλάνη – Καζαμιάκη.
