Ενα βράδυ με πανσέληνο, την πρώτη του περασμένου Αυγούστου το γνωστό Πολυφωνικό Καραβάνι με κυρατζή τον Αλέξανδρο Λαμπρίδη κονάκεψε στο χάνι της Αετομηλίτσας, ψηλά στον Γράμμο. «Πανσέληνος, πολυφωνικά και ποίηση» στο μεσοχώρι.
Η βραδιά ήταν γενναιόδωρη μουσικά. Την άνοιξε η κομπανία του Αντώνη Κακούρη με την υπέροχη Μαριάννα Τζήμα στο τραγούδι, τον Νίκο Κατσαρό στο ντέφι και το τραγούδι, όλοι ήρθαν ειδικά από την Καστάνιανη της Κόνιτσας, όλοι πολυαγαπημένοι! Στα πολυφωνικά, το πολυφωνικό σύνολο «Χαονία» και το Εργαστήρι Πολυφωνίας σε τραγούδια διαλεγμένα ένα ένα για εδώ, για μια νύχτα με του Αυγούστου το φεγγάρι. Και τα ποιήματα να γεφυρώνουν τα τραγούδια σ’ ένα φεγγαρόλουστο ποιητικό αναλόγιο!
Υπήρξε μια υπέροχη εκδήλωση, που δικαιώνει τον χαρακτηρισμό της πρωτοβουλίας, του θεσμού ως «καλής πρακτικής» για τη διάσωση και διάδοση μιας πολιτισμικής μορφής έκφρασης, που τείνει να εξαφανιστεί από το κοινωνικό πλαίσιο, στο οποίο ιστορικά γεννήθηκε και λειτούργησε. Μιλάμε, λοιπόν, για μια «πολιτιστική πρακτική», που πράγματι συνιστά θετική πρωτοβουλία. Δεν φτάνει αυτό; Γιατί όλο αυτό είναι «άυλο». Είναι βεβαίως πνευματικό, είναι διανοητικό, είναι συμβολικό αλλά γιατί πρέπει να το βαφτίζουν «άυλο» διαχωρίζοντάς το από το «υλικό», δηλαδή από τις οικονομικές και κοινωνικές δομές, από τις σχέσεις παραγωγής νοήματος, που εντάσσονται στις υποδομές σε σχέση με τις οποίες συγκροτούνται, λειτουργούν και αναπαράγονται οι υπερδομές;
Στις κλασικές κατ’ εξοχήν αρμόδιες επιστήμες της Λαογραφίας και της Κοινωνικής/Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας δεν νοείται διαχωρισμός του υλικού από το (δια)νοητικό/πνευματικό. Ενδιαφέρει η σχέση ανάμεσα στα δύο, αλλά ο πολιτισμός προσεγγίζεται ολικά και τα δύο αυτά επίπεδα/διαστάσεις ως ενότητα. Ηδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο αείμνηστος καθηγητής Λαογραφίας Στίλπων Κυριακίδης μίλησε για «εύμορφο σύνολο», τονίζοντας παράλληλα πως οι όποιες ταξινομήσεις/διακρίσεις γίνονται για μεθοδολογικούς σκοπούς. Η ενότητα δεν πρέπει να λησμονείται.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρατηρούμε την επιβολή ταξινομήσεων, διαχωρισμών κ.λπ. από έναν υπερεθνικό οργανισμό στα «εθνικά» υπουργεία πολιτισμού, γεγονός που δεν σημαίνει απλά υιοθέτηση κανόνων πολιτιστικής διαχείρισης αλλά έμμεσης επιβολής μιας αντίληψης και άποψης περί πολιτισμού και δη του λεγόμενου «λαϊκού πολιτισμού».
Κατανοητή η διαχωριστική λογική και τα πρακτικά διοικητικά θέματα, αλλά δυστυχώς πίσω από αυτή την επιφάνεια κρύβονται βαθύτερες ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές, που έχουν να κάνουν με μια επιστροφή σε ρομαντικές τάσεις που προτάσσουν το «άυλο» και περιθωριοποιούν το υλικό. Δεν υπάρχει άυλο, τουτέστιν (δια)νοητικό φαινόμενο που να μη συνδέεται με την υλική διάσταση, τον υλικό βίο και πολιτισμό, ούτε κανένα στοιχείο του υλικού βίου και πολιτισμού που να μην έχει (δια)νοητική, πνευματική και συμβολική διάσταση.
*Καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
